Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ηλίας Σπαντιδάκης: Ο Ρεθεμνιώτης ήρωας του εργατικού κινήματος του 1914 στις ΗΠΑ


Louis Tikas ή Λίο ο Κρητικός. Ηλίας Σπαντιδάκης από το Ρέθυμνο: ο Έλληνας που τα έβαλε με τους Ροκφέλλερς!

Του Θεολόγου Αλεξανδράτου

Κατά κόσμον Ηλίας Σπαντιδάκης, γεννημένος στα Λουτρά Ρεθύμνου και μετανάστης στην Αμερική στις αρχές του 1900.
Οι Ροκφέλερ ήταν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η ισχυρότερη οικογένεια της Αμερικής και ίσως ολόκληρου του κόσμου. Εβραίος με καταγωγή από τη Γερμανία, ο πρόγονός τους Γιόχαν Πέτερ Ροκφέλερ μετανάστευσε στον (τότε) νέο κόσμο το 1723 και δεν το μετάνιωσε.
Η οικογένειά τους έκανε αμύθητη περιουσία με το πετρέλαιο και ακόμη και σήμερα έχουν τεράστια έσοδα από εκατοντάδες επιχειρηματικές δραστηριότητες.
thumb
Όπως είπαμε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα οι Ροκφέλερ ήταν κράτος εν κράτει στις ΗΠΑ.
Ο λόγος τους ήταν πιο ισχυρός από τον αντίστοιχο του προέδρου και το δίκιο τους (όπως το έβλεπαν αυτοί ως τέτοιο) νόμος. Κανείς δεν τολμούσε να τους πάει κόντρα, πολλώ δε μάλλον να τους αντισταθεί.

Μέχρι που βρέθηκε στο δρόμο τους ο Λούης Τίκας.
Κατά κόσμον Ηλίας Σπαντιδάκης, γεννημένος στα Λουτρά Ρεθύμνου και μετανάστης στην Αμερική στις αρχές του 1900.
Ο Τίκας ζούσε στο Ντένβερ και το 1910, όταν και έκανε τα χαρτιά του για να πάρει την αμερικάνικη υπηκοότητα, ήταν συνιδιοκτήτης καφενείου.
Απέναντι από το μαγαζί του ήταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου και έγινε σύντομα μέλος τους. Αυτό μάλιστα δεν του επέτρεψε να γίνει αστυνομικός αφού θεωρήθηκε «ταραχοποιό» στοιχείο.

Έτσι λοιπόν έγινε ανθρακωρύχος. Σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, ο Ρεθυμνιώτης πίστευε ότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη και όχι του αφεντικού. Είχε την εύνοια όλων των Ελλήνων που ζούσαν στην περιοχή του Κολοράντο αφού μιλούσε καλύτερα αγγλικά από όλους και τους εξυπηρετούσε στις περισσότερες συναλλαγές τους.

Το 1912 είχε αναδειχθεί σε σημαντικό συνδικαλιστικό στέλεχος της Ένωσης Ανθρακωρύχων Αμερικής και πρωτοστάτησε στη μεγάλη απεργία που κράτησε 14 μήνες.

Είχε κερδίσει τα «γαλόνια» του νωρίτερα, στις συμπλοκή του Λαφαγιέτ. Ο Τίκας και άλλοι 36 Έλληνες ανθρακωρύχοι συνεπλάκησαν με απεργοσπάστες και τσιράκια του Ροκφέλερ (στον οποίο ανήκαν τα ορυχεία) και παρότι τραυματίστηκε από σφαίρα, διέφυγε από την πίσω πόρτα ενός χαμόσπιτου.

Ο Τίκας ήταν ήρωας ανάμεσα στους εργάτες που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αύξηση στα μεροκάματα.
Για τους Έλληνες εργάτες της περιοχής, υπεύθυνος ήταν κάποιος Λεωνίδας Σκλήρης, «εργατοπατέρας» σε συνεργασία αγαστή με τα αφεντικά. Οι Έλληνες είχαν το χαμηλότερο μεροκάματα (1,75 δολάρια την ημέρα) και από τους 350 που δούλευαν στα ορυχεία οι 13 είχαν πεθάνει σε δυστυχήματα. Ο Τίκας πρωτοστάτησε στον ξεσηκωμό τους και μάλιστα γύρισε και στα άλλα ορυχεία ώστε να καταγράψει τις συνθήκες που δούλευαν οι ανθρακωρύχοι και να συγκεντρώσει στατιστικά στοιχεία για τους τραυματισμούς και τους θανάτους. Σύντομα έγινε θρύλος ανάμεσα στους συναδέλφους του με το προσωνύμιο «Λούης ο Έλληνας». Αυτό όμως τον έβαλε στο μάτι του Τζον Ροκφέλερ και των ντόπιων υποτακτικών του.

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1913 ξεκίνησε η μεγάλη απεργία των 13.000 ανθρακωρύχων στην πόλη Λάντλοου με κύρια αιτήματα:
◆ Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
◆ Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
◆ Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
◆ Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
◆ Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά στην ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η εταιρεία τους έκανε έξωση από τα σπίτια τους αλλά οι απεργοί έστησαν καταυλισμό έξω από τα ορυχεία ώστε να μην μπορούν να μπουν να δουλέψουν οι απεργοσπάστες. Συχνά γίνονταν βίαιες συγκρούσεις με τους μπράβους του Ροκφέλερ και την αστυνομία ενώ κλήθηκε και η εθνοφρουρά. Μάλιστα μετά από αίτημα του Ροκφέλερ, άντρες του ντύθηκαν με στολές της εθνοφρουράς ώστε να πλησιάσουν πιο εύκολα τους απεργούς. Στις 20 Απριλίου του 1914, σαν σήμερα, οι εργάτες κοιμόντουσαν αφού την προηγούμενη είχαν γιορτάσει το Πάσχα. Ήταν η ιδανική ευκαιρία να επιτεθούν οι δυνάμεις του Ροκφέλερ.

Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.

Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή και αφού μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με μαρτυρίες, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από τις σφαίρες των πληρωμένων φονιάδων. Το επεισόδιο, που αποτελεί αμαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

Ο Τίκας ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ κρατώντας λευκή σημαία.
Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα.
Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους.
Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Λούης Τίκας (Louis Tikas)
Σας θυμίζει τίποτα το όνομα Λούης Τίκας (Louis Tikas); Αν όχι, μήπως το όνομα Ηλίας Σπαντιδάκης; Προφανώς όχι. Η νεότερη ελληνική ιστορία δεν καταδέχεται ν’ ασχοληθεί με «ρετάλια» που ηγήθηκαν λούστρων και ανθρακωρύχων. Προτιμά στρατηγούς ή πρωθυπουργούς κι ας μην διέθεταν αυτοί ούτε μια σπίθα από τη φλόγα που έκαιγε στην ψυχή απλών ανθρώπων σαν τον Λούη.


Ο Λούης Τίκας ήταν Έλληνας μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεννημένος στο Ρέθυμνο, φοιτητής του πανεπιστημίου Αθηνών, που στα είκοσι του χρόνια έφυγε από την Ελλάδα λόγω φτώχειας. Ξεκίνησε ως ηγέτης των λούστρων στο Ντένβερ, ενώ στα 28 του χρόνια, ηγήθηκε μιας πολύμηνης απεργίας που έγινε στα μεγαλύτερα ανθρακωρυχεία των ΗΠΑ στο Λάντλο, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του πασίγνωστου πολυεκατομμυριούχου Τζόν Ροκφέλερ.

Ακριβώς πριν 97 χρόνια, στις 20 Απριλίου 1913, ο Τίκας έπεσε νεκρός με σπασμένο το κρανίο και με οκτώ σφαίρες στο κορμί του. Ο θρυλικός ηγέτης των απεργών, γνωστός ως Louis the Greek ή Lio the Cretan, είχε καλέσει τον αρχηγό της πολιτοφυλακής λοχαγό Karl Linterfeld, να συναντηθούν στην κορυφή ενός γειτονικού λόφου για να διαπραγματευτούν, όταν διαπίστωσε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας ήταν έτοιμες να επιτεθούν κατά των απεργών που κρατούσαν για επτά ολόκληρους μήνες τα ορυχεία κλειστά. Όλοι οι απεργοί είδαν τον λοχαγό να σηκώνει την καραμπίνα του και να τη σπάει στο κεφάλι του Τίκα που κρατούσε λευκή σημαία, ενώ οι πολιτοφύλακες άρχισαν να τον πυροβολούν. Ο ηγέτης των εργατών πέθανε ακαριαία.


Οι απεργοί δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Η πολιτοφυλακή μαζί με μεθυσμένους μπράβους της εταιρείας Colorando Fuel and Iron Company και μισθοφόρους τού περιβόητου πρακτορείου ιδιωτικών αστυνομικών Boldwin Felds που είχε μισθώσει ο Ροκφέλερ, έπεσαν πάνω τους. Πάνω από 69 απεργοί σκοτώθηκαν, 10 απ’ αυτούς ήταν γυναίκες και παιδιά των οικογενειών τους, τριπλάσιοι τραυματίστηκαν, 400 συνελήφθησαν και 332 παραπέμφθηκαν για φόνο. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο τώνν ΗΠΑ γνωμοδότησε ότι η εθνοφρουρά ήταν σε νόμιμη άμυνα καθώς τής επετέθησαν με δολοφονική διάθεση οι απεργοί, χωρίς ποτέ να εξηγήσει πως συνέβη να έχουν τόσα θύματα οι «επιτιθέμενοι», ενώ οι «αμυνόμενοι» να μην έχουν ούτε έναν τραυματία. Μετά τον σάλο για τη σφαγή, σε μια παρωδία δίκης παραπέμφθηκαν 22 πολιτοφύλακες που αθωώθηκαν όλοι, ενώ ο δολοφόνος του Τίκα τιμωρήθηκε με πειθαρχική επίπληξη.


Τα αιτήματα των απεργών ήταν 10% αύξηση στο μεροκάματο που ήταν 2,12 δολάρια, να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα ήθελαν και όχι μόνο από τα μαγαζιά της εταιρείας, να έχουν δικό τους γιατρό και να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους. Επίσης να μην πληρώνουν αυτοί από την τσέπη τους τα ακονιστικά των εργαλείων τους (!), να μην αγοράζουν αυτοί τον δυναμίτη που χρησιμοποιούσαν για την εξόρυξη (!) και να μην πληρώνουν υποχρεωτικά τον παπά των ορυχείων (!!!), καθώς όλα αυτά τούς κρατούσαν μονίμως χρεωμένους στην εταιρεία κι ας δούλευαν 12 ώρες ημερησίως. Ο Ροκφέλερ προτίμησε να παραμείνουν κλειστά τα ορυχεία του για επτά ολόκληρους μήνες και στη συνέχεια να σκοτώσει τόσους ανθρώπους, παρά να υποχωρήσει έστω και σε ένα από τα αιτήματα. Σε όλη του τη ζωή δεν δέχτηκε να συζητήσει ποτέ με απεργό.


Ο Λούης Τίκας ξεχάστηκε γρήγορα. Ο τάφος του βρίσκεται στο Λάντλο που σήμερα είναι πόλη-φάντασμα αφού τα ορυχεία εξαντλήθηκαν. Αντιθέτως, η εικόνα που συγκράτησαν οι Αμερικανοί από τον Τζόν Ροκφέλερ, ήταν η ζηλευτή φιγούρα ενός πάμπλουτου ψηλού καλοστεκούμενου γέροντα που φορούσε πάντα παντελόνι τού γκόλφ. Όπως έδειχναν τα προπαγανδιστικά πλάνα τού πρώιμου κινηματογράφου και τών επικαίρων, είχε πάντα τις τσέπες του γεμάτες ψιλά. Κάθε φορά που τον πλησίαζε ένα παιδάκι, τού έδινε πέντε σεντς για να πάρει καραμέλες κι όταν έβρισκε μπροστά του κάποιον φτωχό, του άδειαζε τα λεφτά στη χούφτα για να αγοράσει φαγητό. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν ένας "πολύ καλός άνθρωπος"…

Τζον Ντέιβινσον Ροκφέλερ
Ο Τζον Ντέιβινσον Ροκφέλερ (1839-1937) ήταν αμερικανός βιομήχανος, ένας απο τους ισχυρότερους & πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο
Γεννήθηκε στο Ρίτσφορντ της Νέας Υόρκης και η οικογένεια του ήταν γερμανοεβραϊκής καταγωγής. Αρχικά εργάστηκε ως λογιστής σε μικρές επιχειρήσεις. Το 1863 ίδρυσε το πρώτο διυλιστήριο πετρελαίου στο Κλίβελαντ και το 1870 ίδρυσε την Στάνταρντ Όιλ Κόμπανυ (Standard Oil Company). Σταδιακά η εταιρία του απέκτησε τον έλεγχο όλων των διυλιστηρίων του Πιτσμπουργκ, της Νέας Φιλαδέλφειας και της Βαλτιμόρης, έχοντας στα ταμεία της σε ρευστό περισσότερα από 40 εκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα δραστηροποιήθηκε και σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς όπως τις μεταφορές, την σιδηρουργία κ.α.
Μέχρι το 1882 είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα απο τα ισχυρότερα τράστ του κόσμου. Οι μέτοχοι όμως ξεκίνησαν δικαστική διαμάχη, και αφού κέρδισαν με δικαστικές αποφάσεις του 1882 και 1887, τον ανάγκασαν να διαλύσει την Standard Oil. Γρήγορα όμως κατάφερε να προσαρμοστεί στους αντιμονοπωλιακούς νόμους και να διατηρήσει στο ακέραιο την περιουσία του. Η άνοδος στην προεδρία των Η.Π.Α. του Θεόδωρου Ρούζβελτ συνέβαλλε αποφασιστικά στο τέλος της αυτοκρατορίας του. Ύστερα απο πολύχρονες δικαστικές διαμάχες το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τον Μάϊο του 1911 την διάλυση της εταιρείας σε μικρότερες, οι οποίες θα έπρεπε να λειτουργούν ανεξάρτητα και ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη.
Το 1913 αποσύρθηκε απο τις επιχειρήσεις του και ίδρυσε, με αρχικό κεφάλαιο 500 εκατομμύρια δολλάρια, το ίδρυμα Ροκφέλερ (Rockfeller Foundation) με σκοπό «την προαγωγή της ευημερίας της ανθρωπότητας στον κόσμο». Είχε προηγουμένως, το 1901, ιδρύσει το Ινστιτούτο Ροκφέλερ για ιατρικές έρευνες, προφανώς επηρεασμένος απο την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε, την αλωπεκία. Επίσης είχε ιδρύσει το 1880 το κολλέγιο Σπέλμαν στην Ατλάντα ενώ ήταν μεγάλος χορηγός του πανεπιστήμιου του Σικάγο. Σήμερα το ίδρυμα Ροκφέλερ είναι ένα απο τα πλουσιότερα στον κόσμο με περιουσία άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολλαρίων.
Ο Ροκφέλερ κατα τη διάρκεια της ζωής του δέχτηκε πολλές κριτικές[4] για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του. Όπως αποδείχτηκε αργότερα μέσω της εταιρείας του είχε εξαγοράσει πολλούς δικαστές και πολιτικούς ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον κατηγορούσαν για υπερβολικά σκληρή μεταχείριση προς τους χιλιάδες εργαζομένους του. Η μεγαλύτερη πολέμιος του ήταν η δημοσιογράφος Ιντα Τάρμπελ, η οποία κατάφερε με μια σειρά άρθρων να αποκαλύψει το μέχρι τοτε κρυφό πρόσωπο του. Ο Τζον Ροκφέλερ δεν απάντησε ποτέ στις κατηγορίες της, απλώς φρόντιζε πάντα να λέει: «Αν πατήσω πάνω σε αυτό το σκουλήκι, θα τραβήξω απλώς την προσοχή του. Αν το αγνοήσω, θα εξαφανιστεί»
Ο Ροκφέλερ απέφευγε σε όλη του τη ζωή τις δημόσιες εμφανίσεις, έχοντας ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μύθος γύρω απο το πρόσωπο του. Γενικά μπορεί να χαρακτηριστε ως τσιγκούνης, αντικοινωνικός και μυστικοπαθής παρ'ολα αυτά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το επιχειρηματικό του δαιμόνιο.
Απεβίωσε στις 23 Μαΐου του 1937 στο Όρμοντ Μπήτς της Φλώριντα. Ήταν παντρεμένος με την Λόρα Σελέστια Σπέλμαν και είχε πέντε παιδιά απο τα οποία κυρίως διακρίθηκε ο Τζον Ντέιβινσον τζούνιορ. Ο μετέπειτα κυβερνήτης της πολιτείας της Νέας Υόρκης & αντιπρόεδρος των Η.Π.Α. Νέλσον Άντριτς Ροκφέλερ ήταν εγγονός του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου