Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Η προδοσία του Αρκαδίου από τον επίσκοπο Λάμπης

Η Ιστορία που δεν γράφουν τα βιβλία: Η προδοσία του Αρκαδίου από τον επίσκοπο Λάμπης

Η πολιορκία του Αρκαδίου, στην πρώτη εικόνα για το συγκλονιστικό γεγονός,που μεταδόθηκε  στην Ευρώπη . Είχε  δημοσιευτεί στην αγγλική εφημερίδα "Illustrated London News", τον Ιανουάριο του 1867
Η πολιορκία του Αρκαδίου, στην πρώτη εικόνα για το συγκλονιστικό γεγονός,που μεταδόθηκε στην Ευρώπη . Είχε δημοσιευτεί στην αγγλική εφημερίδα "Illustrated London News", τον Ιανουάριο του 1867
Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη,
andrikakisalekos@gmail.com
Είναι η πλέον ηρωική αλλά και δραματική πράξη κατά τη μεγάλη επανάσταση 1866-1869. Η ανατίναξη της μονής του Αρκαδίου, στις 8 Νοεμβρίου 1866 γράφηκε στις πιο χρυσές σελίδες των ηρωικών αγώνων των λαών. Η αυτοθυσία των επί δύο ημέρες πολιορκούμενων επαναστατών, εθελοντών αλλά και των γυναικόπαιδων στη μονή του Αρκαδίου, οι οποίοι ανατινάχθηκαν προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού μαζί με εκατοντάδες στρατιώτες του Μουσταφά πασά, συγκίνησε τους λαούς όλου του κόσμου. Και υμνήθηκε - ακόμη και από τον κορυφαίο και σύγχρονο του έπους συγγραφέα Β. Ουγκώ- ως ένα γεγονός το οποίο «φώναξε» σ’ όλο τον κόσμο, μαζί και στους τότε ισχυρούς της Γης, ότι οι Κρήτες ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν παρά να μείνουν σκλάβοι.
Η πολιορκία έγινε από τις δυνάμεις του Μουσταφά που έφταναν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, από τους 15- 23.000 άνδρες, εξοπλισμένους με ό,τι πιό σύγχρονο διέθετε τότε ο στρατός της πανίσχυρης οθωμανικής αυτοκρατορίας. Απέναντι τους περίπου 300 μαχητές της ελευθερίας, Κρήτες και εθελοντές, αλλά και περισσότερα από 600 γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει για προστασία στο μοναστήρι, το οποίο είναι αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Ο γηραιός πασάς, αρχιστράτηγος των στρατευμάτων του κατακτητή, έφτασε στη μονή αφού πέρασε από τα χωριά του Αποκόρωνα και τα Ρεθυμνιώτικα, κι ενώ είχε συνεννοηθεί με το διοικητή του Ηρακλείου Ρεσίτ πασά να εισβάλει εκείνος στα χωριά του Μυλοποτάμου ώστε να απασχοληθούν οι εκεί αγωνιστές και να μην σπεύσουν στο μοναστήρι.
Η προκήρυξη της ΓΣ των Κρητών για το Αρκάδι (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)
Η προκήρυξη της ΓΣ των Κρητών για το Αρκάδι (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)
Ο Μουσταφά πασάς κύκλωσε το Αρκάδι στις 8 Νοεμβρίου 1866, κι αφού φρόντισε να αποκόψει κάθε πρόσβαση σ’ αυτό ώστε να μην φτάσουν βοήθειες, αλλά και να μετατρέψει τα γύρω κτίσματα (ανεμόμυλο, στάβλους κ.α.) σε ορμητήρια για τις επιθέσεις, αλλά και σημεία προστασίας των στρατιωτών του από την άμυνα των εγκλείστων.
Η απίστευτη κακοκαιρία το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου, η αποκοπή της συγκοινωνίας προς το χώρο της πολιορκίας από τις δυνάμεις του Μουσταφά, η απασχόληση των επαναστατών του Μυλοποτάμου από τον Ρεσίτ, η αδυναμία, λόγω και των καιρικών συνθηκών όπως έχουν αναφέρει πολλοί ιστορικοί, να βρεθεί στο μοναστήρι ο Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνης συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, όπου ήταν και η έδρα του, αλλά και οι διαφωνίες και η ασυνεννοησία στους κόλπους των επαναστατών (για παράδειγμα, ο συνταγματάρχης Χρήστος Βυζάντιος που είχε φτάσει εκείνες τις ημέρες στην Κρήτη με δικό του σώμα εθελοντών δεν πήγε στο Ρέθυμνο, όπως είχε σχεδιάσει η Γενική Συνέλευση, αλλά με δική του απόφαση κατευθύνθηκε στο τμήμα Χανίων) είχαν συνέπεια οι έγκλειστοι να δώσουν μόνοι τους μια άνιση και με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα μάχη. Μετά την πτώση του Αρκαδίου πολλοί καταλόγισαν τις ευθύνες στον Κορωναίο, ο οποίος δεν βρισκόταν στο Αρκάδι αλλά στα γειτονικά χωριά για στρατολόγηση μαχητών. Ακόμη περισσότερες ευθύνες απέδωσε η Γενική Συνέλευση στον Βυζάντιο.
Ο Κορωναίος, πάντως, στην έκθεση που έστειλε στις 15 Νοεμβρίου 1866 στην Επιτροπή της Αθήνας δεν αναφέρεται καθόλου στις καιρικές συνθήκες, ενώ αντίθετα κάνει λόγο για μικρή δύναμη που συγκέντρωσε προκειμένου να φτάσει στο Αρκάδι, αλλά προδότες που εμπόδισαν τις δικές τους και άλλες δυνάμεις να έχουν πρόσβαση στη μονή.
Η πολιορκία κράτησε μέχρι την επόμενη μέρα, κι αφού οι πολιορκούμενοι αρνήθηκαν κάθε πρόταση του εχθρού για παράδοση, προκειμένου να σωθούν. Φρούραρχος του Αρκαδίου ήταν ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος βοηθούμενος από τον πυροσβέστη ανθυπασπιστή Π. Ξάνθη. Μαζί με τους εθελοντές ήταν Κρήτες αγωνιστές, κυρίως από τα χωριά του Μυλοποτάμου, αλλά και μερικοί από άλλες επαρχίες του νησιού.
Ο Μουσταφά πασάς μετέφερε, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, βαρύ πεδινό πυροβολικό και γκρέμισε τη δυτική πύλη. Έτσι κατάφεραν οι δυνάμεις του να εισβάλουν στο μοναστήρι. Ανάμεσα στον εξοπλισμό που μετέφερε ήταν κι ένα γιγάντιο πυροβόλο, με το όνομα «μπουμπάρδα κουτσαχείλα». Η μάχη, μετά την εισβολή, συνεχίστηκε σώμα με σώμα. Ο ηρωικός ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης, πρόεδρος της επιτροπής του Ρεθύμνου και μέλος της Γενικής Συνέλευσης των Κρητών σκοτώθηκε μαχόμενος ή, κατ’ άλλους αυτοκτόνησε πριν τον πιάσουν οι Τούρκοι.
Λίγο μετά, κι αφού οι έγκλειστοι μετέλαβαν, ανατίναξαν την πυριτιδαποθήκη και μαζί της ανατινάχθηκαν εκατοντάδες χριστιανοί αλλά και στρατιώτες των πολιορκητών.
Το Αρκάδι πλέον είχε πέσει. Ελάχιστοι χριστιανοί διασώθηκαν και είτε εκτελέστηκαν επί τόπου από το στρατό του Μουσταφά, όπως ο φρούραρχος Δημακόπουλος, είτε μεταφέρθηκαν στο Ρέθυμνο και αφού εκτέθηκαν στη δημόσια χλεύη, φυλακίστηκαν ή σκοτώθηκαν.
Οι απώλειες του εχθρού ήταν πολύ μεγαλύτερες. Σχεδόν 3000 υπολογίζονται οι νεκροί και οι τραυματίες. Ανάμεσα στου νεκρούς ήταν ο γαμβρός του Μουσταφά, ενώ κατά τον ιστορικό Βασίλειο Ψιλλάκη και ο ίδιος ο γιός του γηραιού Τούρκου αρχιστράτηγου.
Η προδοσία του Επισκόπου Λάμπης
Η αποκήρυξη του επισκόπου ως προδότη, από τη ΓΣ των Κρητών. Στη συνέχεια παρουσιάζουμε ολόκληρο το ντοκουμέντο
Η αποκήρυξη του επισκόπου ως προδότη, από τη ΓΣ των Κρητών. Στη συνέχεια παρουσιάζουμε ολόκληρο το ντοκουμέντο
Από τα ντοκουμέντα τα οποία στη συνέχεια παρουσιάζουμε προκύπτει ότι για την πολιορκία και την πτώση του Αρκαδίου έπαιξε καθοριστικό ρόλο ο επίσκοπος Λάμπης Παΐσιος, ο οποίος αλληλογραφούσε με τον Μουσταφά. Μετά το ολοκαύτωμα ο Παΐσιος αποκηρύχθηκε από τη Γενική Συνέλευση ως προδότης και ζητήθηκε η εκτέλεσή του από όποιον τον συναντούσε. Στην Κρήτη πάντως έμεινε για μερικούς ακόμη μήνες, μέχρι τουλάχιστο το καλοκαίρι του 1867, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία που είχαν μαζί του μοναχοί, οι οποίοι του ζητούσαν βοήθεια για να προστατεύονται από τον τουρκικό στρατό. Επομένως ο ρόλος του, που περίπου έχει αποσιωπηθεί (υπάρχει μόνο μια αναφορά στην «Ιστορία της Κρήτης» του Βασιλείου Ψιλλάκη), δεν εξαντλήθηκε με την προδοσία του Αρκαδίου.
Κατά την πληροφορία που μας είχε δώσει ο Σεβ. Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέας Νανάκης, πανεπιστημιακός καθηγητής και καλός γνώστης της εκκλησιαστικής ιστορίας, ο Παΐσιος, που δεν είχε καταγωγή από την Κρήτη, όταν έφυγε από το νησί πήγε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, κατά τα φαινόμενα, δεν ανέλαβε αρχιερατικά καθήκοντα.
Η επίσημη έκθεση της Γενικής Συνέλευσης των Κρητών στις 20 Νοεμβρίου 1866
Η επίσημη έκθεση της ΓΣ των Κρητών για τα δραματικά γεγονότα του Αρκαδίου (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)
Η επίσημη έκθεση της ΓΣ των Κρητών για τα δραματικά γεγονότα του Αρκαδίου (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)
«Θα φανή άραγε ευπρόσδεκτος εις τους δυσμενείς προς την Κρητικήν καρτερίαν και θα μαλακώση τας καρδίας των ισχυρών η ανθρωποθυσία αύτη των νέων χρόνων εν τω μικρώ Μεσολογγίω ημών, τη Μονή Αρκάδι; Ίδωμεν! Οι Κρήτες δεν θα βραδύνωσι και μείζονας θυσίας να προσφέρωσι εις τους ακάματους έτι παρερμηνεύοντας το αυθόρμητον του κινήματος των!»
Με το ερώτημα αυτό, που αναδεικνύει το θαυμασμό κάθε ανθρώπινης ύπαρξης στην υπέρτατη θυσία για την ελευθερία, και παράλληλα φανερώνει την πικρία για τη στάση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, έκλεινε την επίσημη έκθεση της για τα γεγονότα του Αρκαδίου, του «μικρού ημών Μεσολογγίου», όπως το χαρακτήριζε, η Γενική των Κρητών Συνέλευση.
Η Γ.Σ. με την έκθεση που απέστειλε στην επιτροπή της Αθήνας από τη Δρακώνα της επαρχίας Κισσάμου στις 20 Νοεμβρίου περιέγραψε τα γεγονότα, από την αρχή της πολιορκίας της μονής από το Μουσταφά πασά, μέχρι το τραγικό και ηρωικό τέλος των πολιορκημένων, επισημαίνοντας την αυταπάρνηση των χριστιανών. Ούτε στην έκθεση, αλλά ούτε και στην προκήρυξη της επόμενης ημέρας προς τους Κρήτες η Συνέλευση αναφέρει όνομα πυρπολητή.
Για τον Κορωναίο σημειώνει ότι δεν μπόρεσε να φτάσει στη μονή για βοήθεια, ενώ δεν κατάφεραν να προσεγγίσουν και άλλες δυνάμεις από τις επαρχίες του Ρεθύμνου και της υπόλοιπης Κρήτης. «Κρίμα ότι ένεκα του χειμώνος και της βραδύτητος της αγγελίας της πολιορκίας οι κατερχόμενοι από τας 4 επαρχίας της Ρεθύμνης και αυτών των Σφακίων και εν γένει των απ’ όλα τα μέρη δεν έφθασαν τον εχθρόν εν τη αθυμία του κάνι και έξω!», ανέφερε η Συνέλευση.
Οι νεκροί οθωμανοί υπολογίστηκαν σε 2000 και σε 1000 οι τραυματίες, ενώ για τους νεκρούς χριστιανούς, σημείωνε: «Ξηρόστερναι, αι στέρναι της Μονής, οι τάφοι οι χριστιανικοί, τάφροι και βάραθρα εισί πλήρη πτωμάτων. Τοσαύτην δ’ εντύπωσιν επροξένησεν εις τον εχθρόν ώστε επιστρέφων εις Ρεθύμνην επυρπόλησεν τα 2 Καβούσια και τα Χάρκια και τινάς προστυχόντας εξ ανάγκης, κατέσφαξαν!»
Από το φρικτό θέαμα των πτωμάτων, ακόμη και ο Μουσταφάς εδάκρυσε…
«Έκθεσις της εφόδου, αποκρούσεως και εις τον αέρα αναπετάσεως της εν Ρεθύμνη Μονής Αρκαδίου,  Α. Κωνσταντίνος
Αφίνοντες την περιγραφήν της Βυζαντινής ταύτης Μονής υπό την στρατηγικήν και ιστορικήν αυτής έποψιν εις τους αρμοδίους, όσον σύντομα και εφ’ όσον επιτρέπουσι αι προς ημάς πληροφορίαι, εκθέτομεν τινά των λαβόντων χώραν από της πολιορκίας μέχρι και της εις τον αέρα αναπετάσεως του μικρού τούτου Μεσολογγίου.
Η Μονή του Αρκαδίου υπήρξεν ανέκαθεν η έδρα της Ρεθυμνίου Επιτροπής, η αποθήκη πολεμοφοδίων και ζωοτροφιών και το καταφύγιον πολλών οικογενειών. Και ο Κ. Πάνος Κορωναίος εκεί έστησε το αρχηγείον του υπό τον φρούραρχον Δημακόπουλον.
Η εν αυτή επιτροπή βλέπουσα τον κίνδυνον να προσβληθή η Μονή υπό τον Μουσταφά Πασσά έγραψεν προς τον οπλαρχηγόν Μυλοποτάμου Μιχ. Σκουλάν ζητούσα επικουρίαν προς ενίσχυσιν της φρουράς της Μονής.
Ο Μ. Σκουλάς υπό τον αδελφόν αυτού Εμμανουήλ Σκουλάν γενικόν επιμελητήν και γραμματέα του αρχηγείου Μηλοποτάμου έπεμψεν αμέσως την εξής επικουρίαν. Τους Γεώργιον και Αρτέμιον Κρασάν μετά εννέα στρατιωτών από Ανώγαια. Τον Γεώργιον Παρασυράκην μετά δεκα έξ στρατιωτών από Ξου Λάκκον. Τον Ιωάννην Σωπασήν (η Κούβον), τους εξαδέλφους τούτου Δημήτριον Σωπασήν, Δημήτριον Κόκκινον, Μιχαήλ Χνάρην, Γεώργιον Τρούσην μετά 23 στρατιωτών Λειβαδιωτών.
Μόλις η φρουρά ενισχύθη από τους ανωτέρω και αίφνης την νύκτα της Δευτέρας προς την Τρίτην, 7η Νοεμβρίου πολυπληθής εχθρικός στρατός υπό τον Μουσταφά Πασσά επολιόρκησεν αίφνης το Αρκάδι. Οι εν τη Μονή έχοντες κτισμένην την μικράν θύραν και εστερεωμένην την ετέραν, καταβίβασαν από τα τείχη τον παππά Νικόλαον (σ.σ.: πρόκειται για τον επαναστάτη ιερέα Νικόλαο Κοκκινίδη, τον περίφημο παπά Κρανιώτη) από Κράναν πενθερόν του Ι. Κούβου πέμποντες αυτόν δια να προσκαλέση τους έξωθεν εις υπεράσπισιν εξωτερικώς. Ο ιερεύς διαβαίνων τον εχθρικόν στρατόν επυροβόλησεν εν νυκτί κατ’ αυτού, ο οποίος εκλαβών την βολήν εκ των εγχωρίων οθωμανών συνεπλάκη μετ΄αυτών επί τινά ώραν καθ’ ην εφονεύθησαν συναλλήλως ως 6. Διαπεράσας ο ιερεύς τον εχθρόν συνεπλήρωσε το σύνθημα της διαβάσεώς του εκ 2 έτι πυροβολισμών. Τούτο κατέστησε προσεκτικοτέρους τους πολιορκούντας και ουδείς των αποπειραθέντων έπειτα να εξέλθωσιν ηδυνήθησαν να πράξωσι τούτο.
Άμα τη ημέρα της Τρίτης η προσβολή ήρξατο πεισματώδης αλλά και η απόκρουσις ισχυρά. Τρεις επανήλθον εις τον διοικητήν προσκλαίοντες ότι δεν πατείται το Αρκάδι , τρεις προσεκλήθησαν οι εν τη μονή να προδοθώσι (σ.σ.: είναι προφανές ότι από παραδρομή έχει γραφεί έτσι, το σωστό ρήμα είναι παραδοθώσι), και τρις ηρνήθησαν οι πολιορκούμενοι. Οι Μηλοποταμίται καίτοι ευάριθμοι την αρχήν εξωτερικώς ετόλμησαν όμως να προσβάλλωσι εξωτερικώς τον εχθρόν (sic), αλλ’ ισχυρώς κατεδίωξεν αυτούς, έως εις ταις Μαργαρίταις, όθεν πάλιν κατεβίβασαν αυτούς οι χριστιανοί έως εις Σκουλούφια. Ο Αρχηγός Π. Κορωναίος καίτοι πλησίον ουδέν εδύνατο να πράξη ένεκα του αιφνιδίου της πολιορκίας. Ένεκα του δριμυτάτου χειμώνος, εν ώ παραδόξως και προς απελπισίαν των χριστιανών εν τω τόπω ακριβώς της μάχης περί την Μονήν ουδέ ρανίς βροχής έπεσεν, εξωτερικώς ουδέν σπουδαίον επράχθη. Ο Μουσταφάς φοβηθείς εκ της δειλίας του στρατού του, της επιμονής των εν τη μονή, βλέπων ότι τα φορητά τηλεβόλα δεν συνετέλουν, και φοβούμενος ότι εξωτερικώς θα συνδράμωσιν, ως έβλεπεν, αι επαρχίαι όλαι εις επικουρίαν, έγραψε κατεπειγόντως εις Ρέθυμνον να εξέλθωσιν όσοι πιστοί, και να φέρωσι τηλεβόλα μεγάλα όλως. Και τω όντι αυθημερόν εξήλθον άπαντες εκ Ρεθύμνης μετά τηλεβόλων∙ η μάχη τότε πεισματωδεστέρα εξηκολούθησε εις όλην την νύκτα μέχρι της Τετάρτης. Ο εχθρός πλησιάσας τα 3 τηλεβόλα εις την πύλην προς την Ρεθύμνην ηνέωξεν αυτήν μετά μέρους του τείχους. Έκτοτε ήρχισαν οι έφοδοι. Ο εχθρός οπισθοχώρησεν πολλάκις. Αλλά βιαζόμενος εξωτερικώς υπό θανάτου εκ των αρχηγών του εβιάσθη τέλος επί πήχυν πτωμάτων να πατήση δια να αναβή τα τείχη, τρεις (σ.σ.: φορές, σωστή γραφή τρις. Το ίδιο λάθος έχει γίνει και παραπάνω) μεν οι άτακτοι δύω δε ο τακτικός στρατός∙ οι εν τη Μονή τότε γενναίοι έρριπτον κατά κεφαλής των εχθρών τα βαρέλια πυρίτιδος δια θρυαλλίδος μεγάλην καταστροφήν επιφέροντα εις αυτόν. Την νύκτα τέλος της Τετάρτης περί την πρώτην ώραν τουρκιστί εισήλθεν εις την Μονήν ο εχθρός. Το θέαμα τότε ήν φρικτόν! Μετά πεισματώδη μάχην εν τω περιαύλω επί πολλάς ώρας το ανατολικομεσημβρινόν της μονής ανετινάχθη εις τον αέρα υπό των πολιορκουμένων θάψαν σωρούς εχθρού! Αι γυναίκες πολλαί έπιπτον εις το πυρ. Πολλοί επιζήσαντες εις το έτερον μέρος εξήλθον ξιφήρεις και επιπεσόντες κατά των ατάκτων, επροξένησαν φθοράν ουκ ολίγην αλλά συλληφθέντες ή πεσόντες. Παίδες και γυναίκες προφθάσασαι να εξαφανίσωσιν εαυτάς εν τη πυρά των ιδίων ενδυμάτων και εν τη εκπυρσοκροτήσει, αι μεν κατεσφάγησαν και ερρίφθησαν εις τον φούρνον αι δε ηχμαλωτίσθησαν. Τέλος το παν ερημώθη. Οι ανωτέρω μνημονευθέντες, 40-50 στρατιώται επίκουροι του Αρχηγού Π. Κορωναίου, η φρουρά εν γένει εις 250 άνδρας αναβαίνουσα, η Συνοδεία της Μονής μετά του ηγουμένου της προέδρου της επιτροπής Γαβριήλ, η επιτροπή εν μέρει, εν η ο Εμμ. Μελισσώτης πληρεξούσιος Μηλοποτάμου εν τη Γεν. Συνελεύσει, και 300 γυναικόπαιδα εφονεύθησαν ή ανεπετάσθησαν εις τον αέρα, πλην των ολίγων αιχμαλωτισθέντων, και ερημία και θάνατος εβασίλευσεν εις το μικρόν πεδίον της μάχης. Εν τω μέσω όμως της νεκρικής σιγής εν κελλίον (σ.σ.: η υπογράμμιση του συντάκτη της έκθεσης) περικλείον οπλίτας Μηλοποταμίτας και επικούρους αντήχει εισέτι μέχρι της μεσημβρίας της Πέμπτης της 9ης ιδίου καθ’ ην εκ του κελλίου αποκαμών ο θάνατος να παραλαμβάνη εχθρούς ενεπέτασε και το κελλίον εις τον αέρα. Η φθορά υπήρξε τραγική, και φρικτή εις τον εχθρόν! ένεκα του οποίου ωμότητας διεπράξατο επί τινών συλληφθέντων ζώντων, ων τινάς απετύφλωσεν, άλλους εδιχοτόμησεν ως τον Γεώργιον από Βιζάρι και άλλους ων τα ονόματα ακόμη αγνοούμεν λεπτομερώς. Ο Μουσταφάς επισκεφθείς τον τόπον εδάκρυε! Αι δε φωναί των Ρεθυμνίων οθωμανών, εξ ων 250 εν οις και ο Σαπαθάκης Μπέης, εφονεύθησαν εγχώριοι (sic). Περί τους δισχιλίους οθωμανούς υπολογίζονται οι φονευθέντες οθωμανοί και περί τους χιλίους πληγωμένους. Ξηρόστερναι, αι στέρναι της Μονής, οι τάφοι οι χριστιανικοί, τάφροι και βάραθρα εισί πλήρη πτωμάτων. Τοσαύτην δ’ εντύπωσιν επροξένησεν εις τον εχθρόν ώστε επιστρέφων εις Ρεθύμνην επυρπόλησεν τα 2 Καβούσια και τα Χάρκια και τινάς προστυχόντας εξ ανάγκης, κατέσφαξαν! Ακριβεστέρας πληροφορίας και λεπτομερεστέρας περιμένομεν από τον Αρχηγόν Π. Κορωναίον και τους οπωσδήποτε σωθέντας ή έξωθεν τυχόντας.
Θα φανή άραγε ευπρόσδεκτος εις τους δυσμενείς προς την Κρητικήν καρτερίαν και θα μαλακώση τας καρδίας των ισχυρών η ανθρωποθυσία αύτη των νέων χρόνων εν τω μικρώ Μεσολογγίω ημών, τη Μονή Αρκάδι; Ίδωμεν! Οι Κρήτες δεν θα βραδύνωσι και μείζονας θυσίας να προσφέρωσι εις τους ακάματους έτι παρερμηνεύοντας το αυθόρμητον του κινήματος των!
Κρίμα ότι ένεκα του χειμώνος και της βραδύτητος της αγγελίας της πολιορκίας οι κατερχόμενοι από τας 4 επαρχίας της Ρεθύμνης και αυτών των Σφακίων και εν γένει των απ’ όλα τα μέρη δεν έφθασαν τον εχθρόν εν τη αθυμία του κάνι και έξω!
Δρακόνα την 20 Νοεμβρίου 1866
Η Γενική των Κρητών Συνέλευσις»
Η προδοσία του Αρκαδίου από τον επίσκοπο Λάμπης και η αποκήρυξή του
Η αποκήρυξη του επισκόπου Λάμπης, Παΐσιου, από τη ΓΣ των Κρητών. Το φοβερό αυτό ντοκουμέντο δεν καταγράφεται στα βιβλία της Ιστορίας... (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)
Η αποκήρυξη του επισκόπου Λάμπης, Παΐσιου, από τη ΓΣ των Κρητών. Το φοβερό αυτό ντοκουμέντο δεν καταγράφεται στα βιβλία της Ιστορίας... (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)
Ένας ιεράρχης ήταν εκείνος που παρέδωσε τη μονή του Αρκαδίου στα χέρια των Τούρκων! Τη φοβερή καταγγελία, που ουδέποτε καταγράφηκε στα βιβλία της κρητικής ιστορίας, διατύπωσε λίγες ημέρες μετά την ανατίναξη η Γενική Συνέλευση των Κρητών αποκηρύσσοντας δημόσια τον επίσκοπο Λάμπης Παΐσιο.
Ο επίσκοπος, δηλαδή, που πρόδωσε το Αρκάδι ήταν εκείνος που είχε στην εκκλησιαστική του σκέπη το μοναστήρι! Στο κείμενο της αποκήρυξης αναφέρονται και οι επιστολές που αντάλλαξαν ο Παΐσιος με τον Μουσταφά πασά και οι συνεννοήσεις που έκαναν.
Ο ρόλος του Παϊσίου στην υπόθεση του Αρκαδίου σχεδόν ποτέ δεν αναφέρθηκε. Υπάρχει μόνο, από όσα έχουμε διαπιστώσει, μια αιχμή για τις περίεργες σχέσεις του με την τουρκική διοίκηση στην «Ιστορία της Κρήτης» του Βασιλείου Ψιλάκη.
Οι λόγοι που ο προδοτικός του ρόλος δεν έχει αναδειχτεί δεν μας είναι φυσικά γνωστοί. Είναι όμως σίγουρο ότι ο ιεράρχης, που δεν καταγόταν από την Κρήτη, έπαιξε αυτό το ρόλο, καθώς στο Κρητικό Αρχείο εντοπίσαμε και άλλα έγγραφα, επιστολές μοναχών, με τις οποίες καλείται να μεσολαβήσει στην τουρκική διοίκηση προκειμένου αυτοί να έχουν καλή αντιμετώπιση από τους Τούρκους.
Μάλιστα τέτοιες επιστολές είναι μεταγενέστερες τους Αρκαδίου, χρονολογούμενες από το καλοκαίρι του 1867, γεγονός που σημαίνει ότι η προδοσία και η αποκήρυξη του Παϊσίου δεν ήταν αρκετά στοιχεία για την απομάκρυνσή του. Και δεν μπορούσαν να είναι, καθώς ο ίδιος ο τότε μητροπολίτης Κρήτης Διονύσιος είχε κατηγορηθεί πολλές φορές ότι είχε επίσης άριστες σχέσεις με το καθεστώς. Φυσικά η, στη συνέχεια, ανάδειξη του Διονυσίου, επίσης μη Κρητικού, στο αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη εξηγεί πολλά για τον τρόπο της λειτουργίας της εκκλησίας εκείνη την περίοδο.
Πάντως και στην Κρήτη η στάση του Διονυσίου και του Παϊσίου δεν αποτελούσε εξαίρεση, τουλάχιστο για τη δράση της πλειοψηφίας των ιεραρχών, η οποία είχε άριστες σχέσεις με τους Τούρκους, ακόμη και κατά την επανάσταση. Σε αντίθεση με τον μεσαίο και κατώτερο κλήρο, αρχιμανδρίτες, μοναχούς και ιερείς.
Άλλωστε η στάση, μεταξύ άλλων, του επαναστάτη ηγουμένου του Αρκαδίου Γαβριήλ, του ηγουμένου της μονής Ιερουσαλήμ του Ηρακλείου Μελετίου, των ιερομονάχων Παρθενίων, Περίδη και Κελαϊδή, αυτό αποδεικνύει. Με το ένα χέρι κρατούσαν το τουφέκι και το άλλο το Ευαγγέλιο.
Η συγκλονιστική καταγγελία – αποκήρυξη του επισκόπου από τη Συνέλευση, η οποία αναδημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος της εφημερίδας «Κρήτη» που εξέδιδαν οι επαναστάτες από το Νοέμβριο του 1866, έχει ως εξής:
"ΑΠΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΛΑΜΠΗΣ ΠΑΪΣΙΟΥ
Λαέ της Κρήτης!
Σας είναι ήδη γνωστόν το επί τρεις ολοκλήρους ημέρας παρασταθέν φρικώδες και απαίσιον δράμα εν τω νέω ηρωικώ Μεσολογγίω Αρκάδι, εκεί όπου, μη δυνηθέντων των εν αυτώ πολιορκουμένων 250 ενδόξων και αρειμανίων μαχητών, των μιμηθέντων τους εν Θερμοπύλαις Σπαρτιάτας ν’ ανθέξωσι πλέον εναντίον προσβολής εχθρού, έχοντος δυνάμεις ανωτέρας, και συνεπείς όντες εις τον ιερόν και αμετάτρεπτον όρκον, τον οποίον ενώπιον του Υψίστου έδωκαν του να μη παραδοθώσι ζώντες εις τας χείρας του εχθρού, έθεσαν πυρ και ανετινάχθησαν εις τον αέρα και μετ’ αυτών πλείστα γυναικόπαιδα και πλέον των 2500 Τούρκων. Εκεί όπου, εισβαλόντος του εχθρού, γέροντες εκρεουργήθησαν, ζώντα βρέφη εις φρούρνους κατεκάησαν, εγγύων γυναικών αι κοιλίαι κατασχίθησαν, ιεροσιλείαι διεπράχθησαν και πλείστα άλλα κακουργήματα, άτινα κατεσυνεκίνησαν όλον τον κόσμον. Τις δε η αιτία όλων τούτων; Τις ο οδηγήσας τον εχθρόν εις Αρκάδι; Τις ο προδώσας αυτό; Φευ! Ο αρχιερεύς της επαρχίας Λάμπης, ο εφιάλτης ούτος και ουχί λειτουργός του Υψίστου, όστις αντί να μιμηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσι της πατρίδος του τον ένδοξον και αοίδοιμον εν Καλαβρύτοις Αρχιερέα Γερμανόν, τον αναπετάσαντα την σημαίαν της ελευθερίας, αντί να μιμηθή τον χάριν της πατρίδος του υποστάντα τον φρικώδη της αγχόνης θάνατον, τον αθάνατον Πατριάρχην Γρηγόριον, τουνατνίον εμιμήθη τον ισκαριώτην Ιούδαν, τον προδώσαντα, χάριν αργυρίου, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.
Όθεν τον τοιούτον εφιάλτην της πατρίδος παραδίδομεν εις τα αράς ολοκλήρου του πανελληνίου.
Συ δε, ω λαέ της Κρήτης, αφού τρις αναθεματίσης τον εφιάλτην τούτον φρόντιζε όπως ανακαλύπτης τους τοιούτους, οίτινες βεβαίως εισίν ολίγιστοι και τιμωρής με θάνατον αυτούς προς παραδειγματισμόν.
Ιδού αι του εφιάλτου προδοτικαί επιστολαί.
α΄) Η του αρχιερέως προς τον Μουσταφάν.
«Εξοχώτατε.
Σας ειδοποιώ ως και προφορικώς εμείναμεν σύμφωνοι ότι εις το Αρκάδι πρέπει να υπάγετε δια να το καταστρέψετε, καθότι δια της καταστροφής αυτού επιτυγχάνετε την καταστροφήν όλων των επαρχιών του τμήματος Ρεθύμνης, καθ’ όσον εντός αυτού υπάρχουσιν αι επιτροπαί και τα πολεμοφόδια των ρηθεισών επαρχιών».
Και β΄) η του Πασσα προς τον αριχερέα.
«Σήμερον αναχωρώ και πηγαίνω εις το Αρκάδι δια να κάμω εκείνο όπου εμείναμεν σύμφωνοι, αλλά απορώ πώς δεν μου εστείλετε εκείνα, τα οποία μου υπεσχέθητε και όταν επιστρέψω θέλω να τα εύρω».
(Τ.Σ.) Η Γενική Συνέλευσις των Κρητών
Παύλος Ανδρέου Μοράκης, Ιωσήφ Χ. Βουρδουβάκης, Ιωσήφ Α. Μανουσογιαννάκης, Α. Ζ. Μπουμπουλάκης, Εμ. Μ. Θεοδωρίδης, Στυλιανός Δημητρακάκης, Στυλ. Παππαδάκης, Αλέξανδρος Μαρκάκης, Μάρκος Τζανουδάκης, Παρθένιος Περίδης, Παρθένιος Κελαϊδής, Δημήτριος Παππαδάκης".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου