Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Βάσεις των ΗΠΑ: Η ελληνοαμερικανική συμφωνία του Μαρτίου 1983 - σημείο πλήρους μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ και καμπής για την ελληνική Ιστορία...

 

Οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν στην Ελλάδα

Υπογράφοντας τη συμφωνία με τις ΗΠΑ και με ένα επικοινωνιακό τέχνασμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποδέχεται τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας

19.01.2025  7' 39" χρόνος ανάγνωσης

Ημετεωρική άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1981 φαινόταν ότι θα συνοδευόταν από μια ριζική αναθεώρηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας. Βλέποντας τις διεθνείς σχέσεις μέσα από το πρίσμα της «θεωρίας της εξάρτησης», ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρούσε ότι η εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ και από τη Δύση γενικότερα αποτελούσε τη ρίζα της ελληνικής κακοδαιμονίας. Αυτό σήμαινε ότι εάν η χώρα δεν απομακρυνόταν από τα κέντρα εξουσίας της Δύσης και δεν υιοθετούσε μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική, δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει «πραγματική ανεξαρτησία». Βασικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ πριν από το 1981 αποτελούσαν η αντίθεση στη συμμετοχή της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η έξοδος της χώρας από το ΝΑΤΟ και η απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων. Οι τελευταίες είχαν καταστεί σύμβολο της ελληνικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ, αλλά και της ταραγμένης ελληνοαμερικανικής σχέσης, η οποία είχε πρόσφατα δοκιμαστεί από την ανοχή που είχε επιδείξει η Ουάσιγκτον απέναντι στη χούντα και την απραξία της αμερικανικής διπλωματίας κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974.

Αν και ο Παπανδρέου δεσμεύτηκε να μη διαταράξει τις σχέσεις της χώρας με τους συμμάχους της, έπρεπε ταυτόχρονα να ικανοποιήσει και την αριστερή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, αλλά και το εσωτερικό του ακροατήριο.

Η αντιδυτική ρητορική του Παπανδρέου εξέφρασε και ταυτόχρονα εξέθρεψε ένα ισχυρό κύμα αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινή γνώμη, καθιστώντας έτσι το ζήτημα της απομάκρυνσης των βάσεων βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της «εθνικής ανεξαρτησίας» που ευαγγελιζόταν το ΠΑΣΟΚ. Οι διαπραγματεύσεις για τις βάσεις είχαν ξεκινήσει το 1975 από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και κατέληξαν το 1977 σε μια ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα αμυντική συμφωνία, η οποία όμως ποτέ δεν τέθηκε σε ισχύ. Επίσης, το ζήτημα των βάσεων και της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής σχέσης συμπλεκόταν άμεσα με το βασικό πρόβλημα ασφαλείας που αντιμετώπιζε η Ελλάδα, την τουρκική απειλή. Η αμυντική βοήθεια που προσέφερε η Ουάσιγκτον σε Αθήνα και Αγκυρα ουσιαστικά καθόριζε την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και βασικός στόχος της ελληνικής πλευράς ήταν να εξασφαλίσει ότι αυτή η ισορροπία δεν θα μεταβαλλόταν αποφασιστικά εις βάρος της Αθήνας. Στο πλαίσιο αυτό, οι κυβερνήσεις Καραμανλή είχαν επιτύχει την καθιέρωση της αναλογίας 7 προς 10 για την αμερικανική αμυντική βοήθεια σε Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα, η οποία διασφάλιζε τη βιωσιμότητα της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής απέναντι στις αναθεωρητικές αξιώσεις της Αγκυρας.

Το τελικό κείμενο προέβλεπε ότι η συμφωνία «θα μπορούσε να τερματιστεί έπειτα από πέντε χρόνια». Στην ελληνική εκδοχή μεταφράστηκε ως «η συμφωνία τερματίζεται έπειτα από πέντε χρόνια».

Προσαρμογή στην πραγματικότητα

Οταν ανέλαβε την εξουσία, ο Παπανδρέου κλήθηκε αμέσως να προσαρμόσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις για μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική στην αδυσώπητη γεωπολιτική πραγματικότητα. Ο Ελληνας πρωθυπουργός κατανοούσε ότι ενδεχόμενη απομάκρυνση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ και τη Δύση θα υπονόμευε την άμυνα της χώρας απέναντι στην Τουρκία, η οποία θα συνέχιζε να επωφελείται από την αμερικανική αμυντική βοήθεια. Ηδη κατά τις πρώτες μέρες της πρωθυπουργίας του, ο Παπανδρέου ξεκαθάρισε ότι δεν θα προχωρούσε σε μονομερείς ενέργειες και μιλούσε για σταδιακή απομάκρυνση των βάσεων έπειτα από διαπραγμάτευση. Στην προσαρμογή του ΠΑΣΟΚ στην πραγματικότητα κρίσιμος ήταν και ο ρόλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος, έχοντας αναλάβει από το 1980 τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, έκανε σαφές στον Παπανδρέου ότι η υπονόμευση του δυτικού προσανατολισμού της χώρας –η οποία μοιραία θα είχε αποτέλεσμα και τη μείωση της αμυντικής της ικανότητας– θα οδηγούσε σε συνταγματική κρίση. Αν και ο Παπανδρέου δεσμεύτηκε να μη διαταράξει τις σχέσεις της χώρας με τους συμμάχους της, έπρεπε ταυτόχρονα να ικανοποιήσει και την αριστερή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, αλλά και το εσωτερικό του ακροατήριο, το οποίο του είχε χαρίσει την εκλογική νίκη στη βάση μιας αντιαμερικανικής ρητορικής και συνέχιζε να προσδοκά μια ουσιώδη αλλαγή στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν στην Ελλάδα-1
15.5.1982. Ολο το πλέγμα των διμερών σχέσεων συζήτησαν κατά τη συνάντησή τους στην Αθήνα ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Αμερικανός υπ. Εξωτερικών Αλεξάντερ Χέιγκ. Ενάμιση χρόνο αργότερα υπεγράφη η συμφωνία.

Η σημασία που έδινε ο Παπανδρέου στην εσωτερική πολιτική σκηνή τον έκανε να δίνει έμφαση κυρίως στις πολιτικές πτυχές των ελληνοαμερικανικών διαπραγματεύσεων και λιγότερο στις πολύπλοκες τεχνικές και στρατιωτικές λεπτομέρειες που όριζαν τη λειτουργία και το καθεστώς των βάσεων. Βασικοί στόχοι της ελληνικής πλευράς κατά τις επερχόμενες διαπραγματεύσεις ήταν η διασφάλιση της ισορροπίας ισχύος στο Αιγαίο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η ενίσχυση της εποπτείας και του ελέγχου από ελληνικής πλευράς των αμερικανικών δραστηριοτήτων σε ελληνικό έδαφος και, τέλος, μια συμφωνία που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως χρονοδιάγραμμα απομάκρυνσης των βάσεων. Από την άλλη πλευρά, οι Αμερικανοί ήταν αποφασισμένοι να διατηρήσουν τα βασικά στοιχεία της στρατιωτικής τους παρουσίας στην Ελλάδα, αλλά και να απαλλαγούν από διάφορους δεσμευτικούς όρους που είχαν συμφωνηθεί κατά τους προηγούμενους γύρους των διαπραγματεύσεων. Επίσης, η διοίκηση Ρέιγκαν έδινε μεγαλύτερη σημασία από τους προκατόχους της στη γεωπολιτική αξία της Τουρκίας στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και υιοθέτησε σκληρή και άκαμπτη στάση κατά τη διάρκεια των ελληνοαμερικανικών διαπραγματεύσεων, υπονοώντας μάλιστα σε διάφορες περιπτώσεις ότι αν οι βάσεις έφευγαν από την Ελλάδα, θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην Τουρκία, αυξάνοντας έτσι ακόμη περισσότερο τη σημασία της για τα αμερικανικά συμφέροντα.

Οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν στην Ελλάδα-2
Τα τελευταία χρόνια η βάση της Σούδας έχει αναβαθμιστεί. Σήμερα το καθεστώς χρήσης της από τους συμμάχους είναι διαφορετικό από ό,τι τη δεκαετία του 1980.

Δύσκολη διαπραγμάτευση με εκατέρωθεν πιέσεις

Οι ελληνοαμερικανικές διαπραγματεύσεις για μια νέα αμυντική συμφωνία (DECA – Defense and Economic Cooperation Agreement) άρχισαν τον Οκτώβριο του 1982. Της ελληνικής αντιπροσωπείας ηγείτο ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Καψής, ενώ η Ουάσιγκτον επέλεξε ως κύριο διαπραγματευτή της τον βετεράνο διπλωμάτη Ρέτζιναλντ Μπαρτόλομιου. Οι διαπραγματεύσεις σχεδόν αμέσως υπονομεύθηκαν από την απόφαση της Ουάσιγκτον να αυξήσει την αμυντική βοήθεια προς την Τουρκία για το οικονομικό έτος 1984 από τα 400 στα 775 εκατομμύρια δολάρια. Το αμυντικό πρόγραμμα για την Ελλάδα θα έμενε στα 280 εκατομμύρια και θα εξεταζόταν η αύξηση του ποσού αυτού μόνο σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης των ελληνοαμερικανικών διαπραγματεύσεων. Στην προσπάθειά της να εκσυγχρονίσει τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, η διοίκηση Ρέιγκαν ουσιαστικά φαινόταν να ανατρέπει την καθιερωμένη αναλογία 7 προς 10 και έφερνε έτσι την κυβέρνηση Παπανδρέου σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Η ελληνική κυβέρνηση απείλησε με αναστολή των διαπραγματεύσεων, ενώ ταυτόχρονα ενθάρρυνε ένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων κατά των βάσεων με σκοπό την ενίσχυση της διαπραγματευτικής της θέσης. Αν και η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αντισταθεί στις ελληνικές πιέσεις, τελικά δεσμεύτηκε ότι σε περίπτωση συμφωνίας η βοήθεια προς την Ελλάδα θα αυξανόταν σε 500 εκατομμύρια δολάρια, αποκαθιστώντας έτσι την ελληνοτουρκική ισορροπία.

Οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν στην Ελλάδα-3
Ο διπλωμάτης Ρέτζιναλντ Μπαρτόλομιου προσέρχεται στο υπουργείο Εξωτερικών για τον τελευταίο γύρο των πολύμηνων διαπραγματεύσεων.

Οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σε άλλο ένα κρίσιμο σημείο τον Ιούνιο του 1983. Αγωνιώντας να παρουσιάσει τη συμφωνία ως χρονοδιάγραμμα για την απομάκρυνση των βάσεων, η κυβέρνηση Παπανδρέου επέμενε σε μια σαφή αναφορά στον τερματισμό της έπειτα από πέντε χρόνια, κάτι που οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να αποδεχτούν αφού θα δημιουργούσε δυσμενές γι’ αυτούς προηγούμενο σε αντίστοιχες συμφωνίες με άλλα κράτη. Το τελικό κείμενο, προϊόν συμβιβασμού, προέβλεπε ότι η συμφωνία «θα μπορούσε να τερματιστεί έπειτα από πέντε χρόνια», αφού ένα από τα δύο μέρη το ζητούσε εγγράφως. Η ελληνοαμερικανική DECA υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1983 και λίγο αργότερα υπερψηφίστηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, ωστόσο, μετέφρασε στην ελληνική εκδοχή του κειμένου τον αγγλικό όρο «terminable» –βάσει του οποίου είχε γίνει η διαπραγμάτευση– ως «η συμφωνία τερματίζεται έπειτα από πέντε χρόνια». Αυτό το επικοινωνιακό τέχνασμα επέτρεψε στον Παπανδρέου να ισχυριστεί ενώπιον της κοινής γνώμης και του κόμματός του ότι η συμφωνία πράγματι διασφάλιζε την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων και ότι η κυβέρνηση είχε μείνει πιστή στις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν στην Ελλάδα-4
Διαδηλωτές διαμαρτύρονται για την υπογραφή της συμφωνίας για τις βάσεις. «Είναι δυνατόν οι Αμερικανοί να πανηγυρίζουν και οι βάσεις να φεύγουν;», γράφει το πανό.

Σημείο καμπής για τη χώρα

Η ελληνοαμερικανική συμφωνία του 1983 παρουσίαζε ορισμένα πλεονεκτήματα για την ελληνική κυβέρνηση. Η αυξημένη αμυντική βοήθεια που θα λάμβανε η Αθήνα διασφάλιζε την ισορροπία ισχύος με την Τουρκία, ενώ η εκδοχή του κειμένου που χρησιμοποίησε η ελληνική πλευρά επέτρεψε στον Παπανδρέου να ισχυριστεί ότι ο αγώνας για την απομάκρυνση των βάσεων «είχε δικαιωθεί». Από την άλλη, η έμφαση της κυβέρνησης στην επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος στο εσωτερικό μέτωπο και η αγωνία της να μη συνδεθεί με αμερικανικές δραστηριότητες για ιδεολογικούς λόγους οδήγησαν στην παραμέληση ζητημάτων τεχνικής και στρατιωτικής φύσης από τα οποία θα μπορούσε να επωφεληθεί η ελληνική πλευρά, όπως η στρατιωτική συνεργασία, η μεταφορά τεχνολογίας και η εκπαίδευση προσωπικού. Επίσης, οι διατάξεις για τον έλεγχο των αμερικανικών δραστηριοτήτων σε ελληνικό έδαφος δεν ανταποκρίθηκαν στις αρχικές προσδοκίες της κυβέρνησης.

Οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν στην Ελλάδα-5
24.3.1983. Για θεαματική προσέγγιση Αθήνας και Ουάσιγκτον στο ζήτημα των βάσεων και για υπογραφή συμφωνίας εντός του Απριλίου γράφει η «Κ», ωστόσο οι διαπραγματεύσεις είχαν ακόμη δρόμο μπροστά τους.

Το πιο σημαντικό είναι όμως ότι η συμφωνία αποτελεί ένα σημείο καμπής για την ελληνική Ιστορία γενικότερα.
 Ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας και η στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ επιβεβαιώθηκαν και νομιμοποιήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ, που μέχρι τις εκλογές του 1981 αποτελούσε την κύρια αντιδυτική δύναμη στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. 

Ετσι, ένας μακρύς κύκλος αμφισβήτησης του δυτικού προσανατολισμού της χώρας έκλεισε οριστικά, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια συναίνεση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, ως προς τη διεθνή θέση της χώρας και τους στόχους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Ο κ. Ιωάννης Χάλκος είναι διδάκτωρ Ιστορίας του European University Institute, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΕΚΠΑ.
Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Κίνα-Ρωσία-ΗΠΑ και παραγωγή/επεξεργασία σπάνιων γαιών και πολύτιμων μετάλλων: Ποιος προελαύνει και ποιος οπισθοχωρεί επιταχυνόμενα;

 Η Κίνα και η Ρωσία δεν μαζεύουν απλώς πολύτιμα μέταλλα...
 Χτίζουν ένα εναλλακτικό οικονομικό σύστημα για να γκρεμίσουν την κυριαρχία του δολαρίου
.

(Στοιχεία Α.Ι.)

Η στρατηγική τους βασίζεται σε τρεις άξονες:
  1. Το "Όπλο" των Πολύτιμων Μετάλλων: Ο χρυσός, το ασήμι και η πλατίνα χρησιμοποιούνται ως αντίβαρο στο δολάριο. Όταν μια χώρα έχει τα αποθέματά της σε αυτά (που δεν μπορεί να  τα"παγώσει" καμία αμερικανική τράπεζα), αποκτά πραγματική κυριαρχία.
  2. Σπάνιες Γαίες & Στρατηγικά Μέταλλα: Εδώ η Κίνα κυριαρχεί απόλυτα. Ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας επεξεργασίας σπάνιων γαιών που είναι απαραίτητες για τα πάντα (από μικροτσίπ μέχρι πυραύλους). Αυτό είναι το "ασήμι" και το "λίθιο" του μέλλοντος.
  3. Οικονομικό Μπλοκ (BRICS): Μέσω της συμμαχίας BRICS, προωθούν το εμπόριο σε εθνικά νομίσματα που "πατάνε" πάνω στην αξία των πρώτων υλών και των μετάλλων τους, αντί για το αμερικανικό νόμισμα.
Η Ρωσία ειδικά, διαθέτει μερικά από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα παλλαδίου και πλατίνας στον κόσμο (μέσω εταιρειών όπως η Nornickel), μέταλλα που είναι κρίσιμα για τη δυτική βιομηχανία, χρησιμοποιώντας τα ως μοχλό πίεσης.
Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε σε έναν νομισματικό πόλεμο, όπου ο φυσικός πλούτος (μέταλλα και γαίες) συγκρούεται με το "τυπωμένο" χωρίς υλικό αντίκρυσμα  χρήμα.

Rωσία και Κίνα πόσο τοις εκατό των πολύτιμων γαιών και πολύτιμον μετάλλων κατέχουν;
Η κυριαρχία της Ρωσίας και της Κίνας στον έλεγχο των στρατηγικών πόρων είναι καθοριστική, καθώς οι δύο χώρες δεν κατέχουν μόνο τεράστια αποθέματα στο υπέδαφος, αλλά ελέγχουν και την 
επεξεργασία τους, η οποία αποτελεί το πιο κρίσιμο στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
1. Σπάνιες Γαίες (Rare Earths)
Η Κίνα κατέχει σχεδόν το μονοπώλιο παγκοσμίως, χρησιμοποιώντας τες ως γεωπολιτικό εργαλείο πίεσης.
  • Κίνα: Ελέγχει περίπου το 35-40% των παγκόσμιων αποθεμάτων, αλλά το πραγματικό της "όπλο" είναι ότι ελέγχει το 90-91% της παγκόσμιας επεξεργασίας και διύλισης. Επίσης, παράγει το 94% των μαγνητών από σπάνιες γαίες, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για ηλεκτρικά αυτοκίνητα και οπλικά συστήματα.
  • Ρωσία: Κατέχει τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο (εκτιμώνται σε περίπου 28,5 - 28,7 εκατομμύρια τόνους), αλλά η τρέχουσα παραγωγή της αντιστοιχεί μόλις στο 1% της παγκόσμιας αγοράς λόγω έλλειψης τεχνολογίας επεξεργασίας.
2. Πολύτιμα Μέταλλα & Στρατηγικά Ορυκτά
Η Ρωσία ηγείται σε μέταλλα κρίσιμα για τη βιομηχανία, ενώ η Κίνα κυριαρχεί στην επεξεργασία μετάλλων για την πράσινη ενέργεια.
  • Παλλάδιο & Πλατίνα: Η Ρωσία (μέσω της Nornickel) παράγει περίπου το 40% του παγκόσμιου παλλαδίου. Μαζί με τη Νότια Αφρική (που συμμετέχει στους BRICS) ελέγχουν το 80% της παγκόσμιας παραγωγής αυτών των μετάλλων.
  • Γραφίτης & Λίθιο: Η Κίνα ελέγχει το 96% της παγκόσμιας παραγωγής γραφίτη και το 60-70% της επεξεργασίας λιθίου και κοβαλτίου.
  • Χρυσός: Η Ρωσία είναι η 2η μεγαλύτερη παραγωγός παγκοσμίως και κατέχει το 5ο μεγαλύτερο απόθεμα κεντρικής τράπεζας (πάνω από 2.300 τόνους). Η Κίνα είναι ο 1ος παραγωγός και 6ος σε αποθέματα.
Σύνοψη Μεριδίων Επεξεργασίας (2025)
Μέταλλο / ΟρυκτόΜερίδιο Κίνας (Επεξεργασία)Μερίδιο Ρωσίας (Παραγωγή)
Σπάνιες Γαίες91%1%
Γραφίτης96%-
Λίθιο60%-
Παλλάδιο-40%
Κοβάλτιο73%-
Το 2025, ο Πρόεδρος Πούτιν διέταξε τη δημιουργία οδικού χάρτη για την αύξηση της εγχώριας εξόρυξης σπάνιων γαιών έως το 2030, ώστε η Ρωσία να μειώσει την εξάρτησή της από την κινεζική τεχνολογία και να γίνει εναλλακτικός προμηθευτής.

  • Global focus on strategic minerals crystalizes in Eurasia
    2 Απρ 2025 — China's extensive control accounts for 35-40 percent of global rare earth element reserves and nearly 90 percent of processing. Ch...
    GIS Reports
  • China currently controls over 69% of global rare earth ...
    18 Ιαν 2025 — China currently controls over 69% of global rare earth production. Competing with China's low-cost production and established supp...
    Mining Technology
  • Despite US push, China poised to dominate rare earths for years
    21 Οκτ 2025 — China has long dominated the supply of rare earths, the result of a sustained state-led investment push that analysts say was unen...
    Al Jazeera·John Power
Εμφάνιση όλων
Τι μερίδιο στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει η Κίνα και τι η Ρωσία;
Το μερίδιο της Κίνας και της Ρωσίας στο παγκόσμιο ΑΕΠ για το 
2025 και τις αρχές του 2026 διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης: την Ονομαστική αξία (σε δολάρια) ή την Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (PPP), η οποία θεωρείται πιο ακριβής για τη σύγκριση της πραγματικής οικονομικής ισχύος.
Κίνα: Η μεγαλύτερη οικονομία σε όρους αγοραστικής δύναμης
Η Κίνα παραμένει η κυρίαρχη δύναμη παγκοσμίως όταν προσαρμόζουμε το ΑΕΠ στις τοπικές τιμές.
  • Μερίδιο (PPP): Κατέχει περίπου το 19% έως 19,4% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
    Σε αυτή τη βάση, της πραγματικής οικονομίας, είναι η 1η οικονομία στον κόσμο, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ.
  • Ονομαστικό Μερίδιο: Κατέχει περίπου το 17% της παγκόσμιας οικονομίας,
     με το ΑΕΠ της να υπολογίζεται στα
     19,4 τρισεκατομμύρια δολάρια.
     Παραμένει η 2η μεγαλύτερη οικονομία μετά τις ΗΠΑ σε ονομαστικούς όρους (βάσει της χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα ονομαστικής αξίας δολλαρίων).
Ρωσία: 4η παγκόσμια δύναμη σε αγοραστική δύναμη
Παρά τις κυρώσεις (που ...αυτοκτονούν τους ίδιους τους εμπνευστές τους, την ΕΕ...)  η Ρωσία έχει ενισχύσει τη θέση της στην παγκόσμια κατάταξη!!!
  • Μερίδιο (PPP): Κατέχει περίπου το 3,4% έως 3,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025, η Ρωσία είναι η 4η μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως σε όρους PPP, έχοντας ξεπεράσει την Ιαπωνία και τη Γερμανία!
  • Ονομαστικό Μερίδιο: Κατέχει "ονομαστικά" (σε εικονικές τιμές τυπωμένων χαρτιών δολλαρίου) περίπου το 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ (περίπου 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια), καταλαμβάνοντας την 9η έως 11η θέση παγκοσμίως.
Σύνοψη (Εκτιμήσεις 2025-2026)
ΧώραΜερίδιο στο Παγκόσμιο Πραγματικής Αξίας ΑΕΠ (PPP)Μερίδιο στο Παγκόσμιο Ονομαστικής-δολλαριακής- αξίας ΑΕΠ 
Κίνα~19,4% (1η θέση)~17% (2η θέση)
Ρωσία~3,5% (4η θέση)~2% (9η-11η θέση)

*Μπορείτε να βρείτε αναλυτικά δεδομένα για τις προβλέψεις ανάπτυξης στο World Economics και στις εκθέσεις του ΔΝΤ (IMF).