Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Δολοφονία, και αποκεφαλισμός από κτηνανθρώπους, της ηρωικής Κρητικιάς δασκάλας και πρωταντάρτισσας Ευαγγελίας Κλάδου στις 6 Δεκεμβρίου 1949.





Η δολοφονία και αποκεφαλισμός της  Ανωγειανής Πρωταντάρτισσας Βαγγελιώς Κλάδου από παρακρατικούς στα Λευκά Όρη

 Κανένα σχόλιο

68 χρόνια συμπληρώθηκαν στις 6 Δεκεμβρίου 1949 όπου μια μεγάλη ανωγειανή αγωνίστρια η Ευαγγελία Κλάδου (Βαγγέλα) σκοτώνεται από παρακρατικούς σε περιοχή των Χανίων. Η ηρωική και όμορφη Ανωγειανή δασκάλα, αδερφή του Γιώργη Κλάδου (πρώην Δημάρχου Ανωγείων), ασυμβίβαστη σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, θα ταφεί στην γενέτειρα της τον Αύγουστο του 1978 μετά από συντονισμένες ενέργειες από την οικογένεια της να βρεθούν τα οστά της.
Η Ευαγγελία Κλάδου γεννήθηκε το 1919 στα Ανώγεια της Κρήτης. Ο πατέρας της ήταν ένας φτωχός ταχυδρομικός υπάλληλος με έξι παιδιά. Από μικρή έδειξε έφεση στα γράμματα με αποτέλεσμα οι γονείς της με την οικονομική συνδρομή των συγγενών τους, να προσπαθήσουν να την σπουδάσουν. Δεν κατάφερε τελικά να περάσει στο Πανεπιστήμιο, αλλά φοίτησε στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία παίρνοντας το πτυχίο της δασκάλας. Σημειωτέον ότι τελείωσε τη Σχολή της με άριστα και με τους απαραίτητους συνοδευτικούς επαίνους των καθηγητών της.
Τον Σεπτέμβριο του 1940, λίγο πριν την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, διορίστηκε εκπαιδευτικός στο χωριό Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου. Ένα χωριό που μετά τη μάχη της Κρήτης απόκτησε στρατηγική σημασία, αφού ήταν κομβικό σημείο στο πέρασμα των Βρετανών και Ελλήνων στρατιωτικών στην Αίγυπτο.
Γράφει για την πατριωτική της δράση στην Κατοχή ο αδελφός της και κατοπινός δήμαρχος Ανωγείων Γιώργος Κλάδος:
«Στα Μυριοκέφαλα έπαιξε και τον πρώτο της ρόλο βοηθώντας ξένους στρατιώτες και αξιωματικούς να διαφύγουν έξω από την Κρήτη. Μετά από χρόνια κάποιος Νεοζηλανδός έγραψε ένα γράμμα θέλοντας να μάθει νέα της και να έρθει σε επαφή μαζί της. Το γράμμα έφτασε στα Ανώγεια, όπου ζούσαμε, αλλά δεν μας το έδωσαν. Το επέστρεψαν με την ένδειξη «απεβίωσε». Τότε είχε βοηθήσει και πολλούς Έλληνες αξιωματικούς να διαφύγουν. Ανάμεσα στις άλλες περιπτώσεις, θυμάμαι και αυτή του Ορέστη Ταμπακά από τα Τρίκαλα και κάποιου ταξίαρχου Λιανόπουλου από την περιοχή του Βόλου. Με ειδοποίησε η Βαγγελιώ να πάω να τους πάρω και να τους μεταφέρω για να κρυφτούν στα Ανώγεια. Έτσι και έγινε. Έμειναν κοντά μας ενάμιση μήνα, μέχρι που πήραν επαφή με το Ηράκλειο και έφυγαν».
Λίγους μήνες μετά, η Βαγγελιώ Κλάδου θα μετατεθεί στην Επισκοπή Μυλοποτάμου. Το δημοτικό σχολείο του χωριού αυτού ήταν από τα λίγα της Κρήτης που σε όλη σχεδόν την διάρκεια της γερμανικής κατοχής λειτούργησε αδιάλειπτα και με πληρότητα. Η συμβολή της νεαρής δασκάλας σε αυτό το επίτευγμα ήταν τεράστια, γεγονός που το αποδεικνύει και μια ιδιαίτερα επαινετική έκθεση του επιθεωρητή δημοτικής εκπαίδευσης Ευαγγελίδη για την εργασία της.
Δεν μένει όμως μόνο στην εκπαιδευτική της δραστηριότητα. Οργανώνεται στο ΕΑΜ και στη συνέχεια αναδεικνύεται χάρη στις μοναδικές της οργανωτικές της ικανότητες, το απαράμιλλο θάρρος και την αγωνιστική της συνέπεια σε στέλεχος της εαμικής αντίστασης. Το 1944 περνάει στην παρανομία και γίνεται μέλος του ένοπλου ΕΛΑΣ Ρεθύμνου, με πολιτικό καθοδηγητή τον αξέχαστο Ανωγειανό κομμουνιστή Γιώργη Σμπώκο.
Η Βαγγελιώ (η Βαγγέλα σύμφωνα με το κρητικό και δη το ανωγειανό ιδίωμα), οργανώνεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και γρήγορα γίνεται μέλος του Γραφείου Περιοχής Κρήτης. Η μεγάλη αγωνιστική δύναμη που δείχνει, δεν μένει απαρατήρητη και η αντιστασιακή της δράση γρήγορα γίνεται πασίγνωστη, περνώντας πολλές φορές στα όρια του μύθου. Όλοι οι κορυφαίοι αντιστασιακοί της Κρήτης, όλοι οι αγωνιστές της εαμικής αντίστασης που την γνώρισαν στην Κατοχή, θα αναφέρονται κολακευτικά για το πρόσωπό της.
Ο επίσης μεγάλος αγωνιστής του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Κρήτη, Αλέκος Μαθιουδάκης θα της αφιερώσει ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο του «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ».
Με βάση ένα άτυπο μορατόριουμ μεταξύ της Αριστεράς και των βενιζελογενών πολιτικών δυνάμεων, η Κρήτη περνάει – μετά την ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τον Δεκέμβριο του 1944 στην Αθήνα – μια σχετικά ήρεμη διετία που τη χαρακτηρίζει η ελευθερία λειτουργίας των αριστερών κομμάτων και των οργανώσεων της Αντίστασης.
Παρ’ όλα αυτά η Βαγγελιώ δεν μπορεί να γυρίσει στην δουλειά της χωρίς να υπογράψει τις απαραίτητες ταπεινωτικές δηλώσεις νομιμοφροσύνης προς το αστικό καθεστώς, πράγμα που ήταν αδιανόητο για τον αδάμαστο χαρακτήρα της και το κομματικό της ήθος. Δεν θα επιστρέψει ποτέ στην έδρα της ως εκπαιδευτικός, αλλά αντίθετα θα μεταβεί στα Χανιά, όπου θα ενταχθεί με όλες τις δυνάμεις στο λαϊκό κίνημα, δουλεύοντας μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Η μεγάλη παναγροτική απεργία του Μάρτη του 1946 παραλύει όλην την Κρήτη. Η Βαγγελιώ Κλάδου μαζί με την Ελένη Κοκολάκη και τον αγωνιστή των δημοκρατικών ελευθεριών του κρητικού λαού δικηγόρο Βαγγέλη Χατζηαγγελή θα συλληφθούν από τις αρχές ως πρωταίτιοι των κινητοποιήσεων. Θα απειληθούν με εκτόπιση, κάτι που τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί λόγω των έντονων αντιδράσεων από τον χανιώτικο λαό.
Τα γεγονότα θα συνεχιστούν με σχετικά ομαλό ρυθμό τουλάχιστον για την Δυτική Κρήτη μέχρι τον Μάρτιο του επόμενου έτους, όπου η δεύτερη μεγάλη απεργία θα καταστήσει τη νομιμότητα της Κλάδου και των άλλων κομμουνιστών στα Χανιά επισφαλή. Μπροστά στον κίνδυνο της δολοφονίας της από τις παρακρατικές ομάδες των βενιζελικών καπεταναίων που λυμαίνονταν την περιοχή την δύσκολη αυτή περίοδο, η Βαγγελιώ θα περάσει στην παρανομία, όπου θα γίνει μέλος της πολιτικής καθοδήγησης του Δημοκρατικού Στρατού της Δυτικής Κρήτης που είχε αρχίσει πια να σχηματίζεται.
Στον Δημοκρατικό Στρατό αναπτύσσει πλούσια δράση και θα συμμετάσχει ως καπετάνισσα πια σε όλες σχεδόν τις μάχες που θα δοθούν ενάντια στον μοναρχοφασισμό το 1947 και το 1948.
Ο αγώνας όμως είναι πραγματικά άνισος. Στη μεγάλη μάχη της Σαμαριάς τον Ιούνιο του 1948, ο Δημοκρατικός Στρατός στην Δυτική Κρήτη θα αποδεκατισθεί στην κυριολεξία, όπου θα απολέσει μερικά από τα καλύτερα στελέχη του.
Τα πλήγματα θα συνεχιστούν. Στις 26 Οκτωβρίου σε ενέδρα θα σκοτωθούν ο Τσιτήλος και ο Μακριδάκης, γραμματέας του Γραφείου Περιοχής Κρήτης και μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ αντίστοιχα.
Τελικά θα απομείνουν κάπου τριάντα μαχητές, με τη Βαγγελιώ Κλάδου να είναι το τελευταίο επιζών στέλεχος του ΚΚΕ, το τελευταίο μέλος του Γραφείο Περιοχής Κρήτης του ΚΚΕ, οπότε θα αναλάβει την ηγεσία ενός ηρωικού αλλά άνισου αγώνα που αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την επιβίωση των ανταρτών.
Τα πάντα θα τελειώσουν για την Βαγγελιώ στις 6 Δεκεμβρίου του 1949, λίγους μήνες μετά από την τελική ήττα του ΔΣΕ στον Γράμμο, όταν θα σκοτωθεί και αυτή μετά από ενέδρα καταδιωκτικού αποσπάσματος. Η αχώριστη συντρόφισσα της Βαγγελιώς, Αργυρώ Κοκοβλή γράφει για τις τελευταίες στιγμές της μεγάλης αυτής μαχήτριας:
«Ξεκινήσαμε από τους πρόποδες του βουνού, από τις Καρές του Άποκορώνου. Είμασταν έξι. Η Μαρία (σημείωση: το ψευδώνυμο της Ευαγγελίας Κλάδου στον ΔΣΕ), ο Μήτσος Τσαγκαράκης, ο Βάνιας Παντελίδης, ο Λευτέρης Ηλιάκης, ο Νίκος Κοκοβλής και εγώ. Προορισμός μας η σπηλιά στα Αναφυντοχάλαρα που δεν την γνώριζαν παρά ελάχιστοι. Εκεί θα κάναμε σταθμό, πριν φύγουμε γι αλλού. Περπατήσαμε ολόκληρη νύκτα, μέσα σε παγωνιά και βροχόνερο. Τα ξημερώματα βρήκαμε τη σπηλιά. Λίγο αργότερα έπεσε πυκνή ομίχλη και τότε σκεφθήκαμε ν’ ανάψουμε μια μικρή φωτιά και να βράσουμε λίγο αλεύρι που είχαμε, να φάμε κουρκούτι. Ξαφνικά η ομίχλη διάλυσε. Σ’ αυτό το διάστημα φαίνεται πως μας είδαν από το απόσπασμα. Αμέσως μετά η ομίχλη έπιασε και πάλι πυκνότερη. Αυτό βοήθησε τους άνδρες του αποσπάσματος που πλησίασαν κάνοντας κλοιό γύρω από τη σπηλιά. Μεσημέρι πια αποφάσισε ο Λευτέρης Ηλιάκης να πάει να φέρει νερό από μια πηγή. Έξω βρισκόταν και ο Βάνιας σκοπός. Στα 10-15 μέτρα βρέθηκαν μπροστά στους άνδρες του αποσπάσματος. Ο Βάνιας άρχισε να πυροβολεί. Πεταχτήκαμε έξω από τη σπηλιά και οι υπόλοιποι. Με την πρώτη ή την δεύτερη σφαίρα από το απόσπασμα τραυματίσθηκε στο χέρι η Μαρία. Τότε ζήτησε να την σκοτώσουμε και ταυτόχρονα έδωσε στόχο στις σφαίρες, που την βρήκαν και την άφησαν νεκρή. Λίγο μετά τραυματίστηκε και ο Τσαγκαράκης που δυο ώρες αργότερα πέθανε εκεί. Εμείς συνεχίσαμε μέχρι που νύχτωσε και τότε μπορέσαμε να περάσουμε από τη μοναδική δίοδο, ανάμεσα από τις σφαίρες και τους άνδρες του αποσπάσματος. Πίσω έμεινε και ο Ηλιακής που είχε βρεθεί σε ένα βαθύ λάκκο κρυμμένος. Φύγαμε αφήνοντας τους δυο συντρόφους πίσω νεκρούς».
Οι διώκτες αφού θα κόψουν τις κεφαλές των δύο αγωνιστών θα ξεκινήσουν την γνωστή και συνηθισμένη στις εποχές αυτές, βάρβαρη τελετουργία πανηγυρικής περιφοράς και έκθεσής τους στα χωριά της περιοχής...
Θα διηγηθεί στη συνέχεια ο Αλέκος Μαθιουδάκης:
«Μεταξύ των χωριών που την πέρασαν ήταν και το μεγάλο χωριό το Καλάμι, που ήταν οι φυλακές που μας κρατούσαν, πάνω από 700 κρατούμενους, οι περισσότεροι θανατοποινίτες.
Την ίδια μέρα στο επισκεπτήριο οι επισκέπτες μας έδωσαν την είδηση για την περασιά του κεφαλιού της Βαγγέλας Κλάδου έξω πριν λίγες ώρες.
Μπούμεραγκ γύρισε ο «θρίαμβος» των διωκτών της Βαγγέλας. Ο κόσμος αντί να τους θαυμάζει τους έβαζε στη χορεία των μιασμάτων του έθνους».
Τα οστά της Βαγγέλας θα βρεθούν πολλά χρόνια αργότερα, από τον αδελφό της Γιώργο Κλάδο και κάποιους από τους επιζώντες συντρόφους της. Τον Αύγουστο του 1978, όπου θα μεταφερθούν στα Ανώγεια για να θαφτούν με όλες τις πρέπουσες τιμές.
«Ευαγγελία Πανέμορφη
Έτσι ψιθύριζαν όπου περνούσες
Ωστόσο δεν ευκαίρισες ποτέ
ένα καθρέφτη να κοιτάξεις
λουλούδι να καρφώσεις στα μαλλιά
Μόνη έγνοια σου το φως
και το μεταλαμπάδευες από καλύβι σε καλύβι
με λύχνο, λόγο και βιβλίο και με το άστρο της καρδιάς σου
Της αρετής το έπαθλο σε ηλέκτριζε (……..)
Τιμή σου της πατρίδας η τιμή και πάθος σου η ευτυχία του κόσμου…»

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Tι κρύβει η υπόγεια πόλη της Καππαδοκίας

"...Ο κύριος σκοπός της ύπαρξης των υπογείων πόλεων ήταν η προστασία των κατοίκων από εχθρούς, εισβολείς. Το πότε ακριβώς κατασκευάστηκαν αυτές οι πόλεις δεν είναι γνωστό. Όπως ήδη είπαμε υπάρχει αναφορά για αυτές στην «ΑΝΑΒΑΣΗ» του Ξενοφώντα. Η αρχική ημερομηνία κατασκευής τους όμως απ’ ότι φαίνεται φτάνει στην εποχή των Χετταίων. Όμως τα πραγματικά ευρήματα ανήκουν στην περίοδο από 5ον μέχρι τον 10ο αιώνα μ. Χ. δηλαδή κατά τα Βυζαντινά χρόνια και φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο υπήρχε μια αύξηση της δημιουργίας υπογείων πόλεων λόγω προσφυγικών ροών και θρησκευτικών λόγων...."



 ΕΛΛΑΝΙΑ ΠΥΛΗ: Έρευνα: Tι κρύβει η υπόγεια πόλη της Καππαδοκίας!!...: Η ΥΠΟΓΕΙΑ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Η υπόγεια πόλη της Καππαδοκίας που βρίσκεται 60 μέτρα κάτω από τη γη και κάποτε αριθμούσε 20.000 κατοίκους, ανακα...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Ο νεολιθικός πολιτισμός της Κρήτης ξεκινά 11.000 χρόνια πριν από σήμερα... - του W. Durant

Ο νεολιθικός πολιτισμός της Κρήτης ξεκινά 11.000 χρόνια πριν από σήμερα... - του W. Durant

Το αγαλματίδιο της "Προσευχόμενης" Μινωίτισσας Κρητικιάς,
έργο τέχνης του 16ου αι. π.Χ.,
που βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου!!!
Γιατί και με ποια νομιμότητα κατοχής;;;

Ο νεολιθικός πολιτισμός της Κρήτης
ξεκινά 11.000 χρόνια πριν από σήμερα...


Γράφει ο W. Durant, ενώ στις παρακάτω σειρές δεν τολμά να είναι τόσο ανατρεπτικός, και ακολουθεί την πεπατημένη...
Το "επισήμως" παραδεκτό σήμερα είναι ότι ο νεολιθικός πολιτισμός της Κρήτης ξεκίνησε πριν... 9.000 χρόνια! (βλ. ΕΔΩ).
Να σου κλέβουν... τουλάχιστον... 2.000 χρόνια πολιτισμού είναι αμαρτία και αδικία...
Υπάρχουν κράτη και λαοί επί Γης, που... 2.000 χρόνια δεν είναι
ΟΛΗ κι ΟΛΗ η Ιστορία τους!!!
Ενώ έχουν βρεθεί και εργαλεία ανθρώπου 700.000 χρόνων!!!


"Δεν υπάρχει τίποτε στον ελληνικό πολιτισμό,
που να μη φωτίζει τον δικό μας πολιτισμό!"





ΠΗΓΗW. DURANT "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ",
τ. β΄, "Η ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ - ΕΛΛΑΣ".

Βασίλειος Μακεδών: Οι δυό γάμοι του με άνδρες...

Οι δυό γάμοι βυζαντινού αυτοκράτορα με άνδρες

Posted on 20 Σεπτεμβρίου 2011
0

Οι δυό γάμοι βυζαντινού αυτοκράτορα με άνδρες

         Ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών “προήχθη από ευτελούς υπηρέτου ενός των μεγιστάνων της Κωνσταντινουπόλεως εις το περίβλεπτον αξίωμα του μονάρχου της Ανατολής. Ίνα αξιωθή τοιαύτης μεταβολής της εαυτού τύχης, ουδέν μέγα ή απλώς γενναίον έπραξεν· απ’ εναντίας δεν ανέβη τας κυριωτέρας της κλίμακος εκείνης βαθμίδας ειμή δια πολυειδώς αισχρού εξευτελισμού και δια κακουργίας δεινής.

Republication – 19/09/2011
(Κ. Παπαρρηγόπουλου, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, τ. 5, κεφ. Β΄.)
Ο πρώτος γάμος μεταξύ ανδρών δεν έγινε το 2008 στην Τήλο, αλλά, σύμφωνα με πλείστες ιστορικές μαρτυρίες, τον θ΄ αι. μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Ένας άξεστος ιπποκόμος, φτωχός κι αγράμματος χωριάτης, αλλά όμορφος και με ωραία κορμοστασιά νέος, νυμφεύτηκε τον Νικόλαο, ηγούμενο μοναστηριού και μερικά χρόνια αργότερα έναν άλλο άνδρα, γιό πλούσιας χήρας, τον Ιωάννη. Μέσω αυτών των γάμων απόκτησε διαδυνδέσεις στην Κωνσταντινούπολη και σύντομα έγινε “παρακοιμώμενος” του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Αργότερα, μέσα σε ένα λουτρό αίματος και οργίων κατάφερε να κατακτήσει ο ίδιος το θρόνο. Πρόκειται για τον Βασίλειο Α’ τον Μακεδόνα, τον πρώτο αυτοκράτορα της Μακεδονικής -λεγόμενης- δυναστείας.
Ο γάμος του Βασιλείου Α΄ με τον Ιωάννη, όπως μας τον διασώζει στη «Χρονογραφία» του ο βυζαντινός αξιωματούχος (κουροπαλάτης και μέγας δρουγγάριος της βίγλας), Ιωάννης Σκυλίτζης. Διακρίνονται από αριστερά: Η μητέρα του Ιωάννη, Δανιηλίδα, το ζεύγος των μελλονύμφων Βασίλειος – Ιωάννης, ο ιερέας, που τελεί τον γάμο και πίσω του άλλοι ιερείς, ενώ ανάμεσα στο ζεύγος και στον ιερέα φαίνεται ανηγμένο το Ευαγγέλιο.
Οι γάμοι αυτοί του Βασιλείου με άνδρες είναι οι πρώτοι, που τεκμηριώνονται από ιστορικές πηγές, δεν είναι όμως πρωτόγνωροι στη χριστιανική παράδοση. Οι γάμοι μεταξύ ανδρών, ή “ενώσεις”, ή “αδελφοποιήσεις”, όπως συγκαλλυμένα ενίοτε λέγονται, έχουν πολύ βαθιές ρίζες στο χριστιανισμό ξεκινώντας από τη Βίβλο και φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας (βλ «Άγια ζευγάρια ομοφύλων».)
Βασίλειος: Ένας γοητευτικός Αρμένιος
Ο Βασίλειος γεννήθηκε κατά το 812 στα περίχωρα της Αδριανούπολης, από μια οικογένεια χριστιανών χωρικών, φτωχών αποίκων, πού οι περιστάσεις τους είχαν ξεριζωσει απ’ την πατρίδα τους την Αρμενία και που η τελευταία τους συμφορά, ο θάνατος του πατέρα, τους άφηνε τελειωτικά χωρίς κανένα πόρο. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν, ότι η καταγωγή του ήταν Αρμενο-σλαβική ή καθαρά Σλαβική. Το προσωνύμιο Μακεδών οφείλεται στη βυζαντινή γεωγραφική αντίληψη, κατά την οποία ορισμένα μέρη της Θράκης αποτελούσαν τμήμα της Μακεδονίας. Η Μακεδονική (Ελληνική) δήθεν καταγωγή του Βασιλείου είναι μεταγενέστερο ιστορικό ψεύδος· ούτε ο Βασίλειος, ούτε κανένας άλλος αυτοκράτορας του Βυζαντίου είχε Ελληνική καταγωγή (βλ. «Ούτε ένας έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας!»).
Νόμισμα του “εν θεώ βασιλέως των ρωμαίων” -όχι των ελλήνων- Βασιλείου· το μεταγενέστερο- δήθεν- «Μακεδών», δεν υπάρχει πουθενά.
Ο Βασίλειος, πού από­μεινε πια το μόνο στήριγμα της μητέρας και των αδελφών του, ήταν τότε εικοσιπέντε με εικοσιέξη χρόνων, ένα ψηλό και γεροδεμένο παλληκάρι, μέ γερά χέρια και στιβαρό κορμί. Πυκνά, σγουρά μαλλιά, πλαισίωναν το ζωηρό του πρόσωπο. Ολότελα αγράμματος, άλλωστε—δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει—ήταν απλά ένας ωραίος νέος. Αυτό στάθηκε αρκετό για να δημιουρ­γήσει τη μεγάλη τύχη του και να φτάσει στο σκοπό του χωρίς δισταγμούς στηριζόμενος όχι μόνον σε γυναίκες, αλλά κυρίως σε ομοφυλόφιλους άνδρες, που γοητεύτηκαν έντονα από την αθλητική του ομορφιά.
Ο πρώτος γάμος του Βασιλείου με τον ηγούμενο
Περί το 840, ρακένδυτος, με ένα ραβδί στο χέρι κι ένα δισάκι στον ώμο έφτασε ο Βασίλειος μιά Κυριακή απόγευμα αναζητώντας την τύχη του στην Κωνσταντινούπολη. Αφανισμένος από την κούραση, κατασκονισμένος κι ενώ κόντευε να νυκτώσει πλάγιασε κάτω από τα προπύλαια της εκκλησίας του Αγίου Διομήδη, που βρήκε μπροστά του, όπου δεν άργησε να αποκοιμηθεί βαθιά, χωρίς καθόλου να προσέξει και όπως έτυχε.
Ο Νικόλαος, ηγούμενος του μοναστηριού, που παράρτημά του ήταν η εκκλησία (σύμφωνα με το Theophanes Continuatus, 5.9, σελ.223, ή προσμονάριος σύμφωνα με τον Συμεών το Λογοθέτη, “Περί Μιχαήλ και Θεοδώρας”, 11, εκδ. Μπέκερ, σελ. 656) με έκπληξή του βλέπει τον καλοφτιαγμένο κοιμώμενο νέο. Το πρωί τον ξυπνά, τον προσκαλεί να τον ακολουθήσει και τον καθίζει στο τραπέζι. Του κάνει λουτρό και του δίνει καινούρια ρούχα (“λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβαλών“), συζούν (“ομώροφον είχε και ομοδίαιτον“, “Χρονικό” του Γεωργίου του Μοναχού στον Ίστριν, 2:5) και τελικά η γνωριμία τους πολύ σύντομα καταλήγει σε γάμο· ενώνονται με τελετή στην εκκλησία: “Τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν ήλλαξεν αυτόν και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν μετ’ αυτού και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις”(Γεωργίου Μοναχού στον Μόραβτσικ, σελ. 120.) Η τελευταία φράση θυμίζει το βιβλικό “και συνευφραίνου μετά γυναικός της νεότητός σου” (“Παροιμίαι”, 5:18), που αναφέρεται σε σχέση άνδρα – γυναίκας.
Αδελφοποιία και …αδελφές
Η ορολογία, που επισήμως χρησιμοποιεί η Εκκλησία για τους γάμους μεταξύ ανδρών είναι η Αδελφοποιία ή Αδελφοποίηση· ως τέτοια νοείται η με θρησκευτική τελετή -δήθεν πνευματική- ένωση δύο ανδρών, για την οποία γράφτηκε και επίσημη ευχή «εις Αδελφοποιίαν πνευματικήν», που διαβαζόταν από τον ιερέα μπροστά από το Ευαγγέλιο. Η Ακολουθία της Αδελφοποιίας όμως, είναι ολόιδια με την Ακολουθία του –γνωστού ετερόφυλου- Γάμου (ζευγάρι εμπρός από τον ιερέα, Ευαγγέλιο, κεριά, κουμπάρος, συγγενείς κ.τ.λ.).
Στην πραγματικότητα δηλαδή, δεν πρόκειται για καμμία πνευματική ένωση, αλλά για κανονικό γάμο μεταξύ ανδρών και ευλογία από τον ιερέα της σαρκικής ομοφυλόφιλης ένωσης. Αυτό ομολογείται και από το ίδιο το «Πηδάλιον», στο οποίο αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι οι άνδρες κατά την αδελφοποιησία «υπανδρεύονται αναμεταξύ των». Το «Πηδάλιον» απαγορεύει τέτοιες τελετές χαρακτηρίζοντας τους νυμφίους ως «ψευδαδελφοποιητούς», που ικανοποιούν «τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα»: «Η δε λεγομένη αδελφοποιησία είναι εμποδισμένη από το λε’ κεφ. του ιγ΄ τίτλου του ε’ βιβλίου του νόμου (σελ. 217, της Γιούρ Γραικορ.) τελείως να μην γίνεται, και αποβεβλημένη εστίν από την Εκκλησίαν του Χριστού… Όθεν η τοιαύτη αδελφοποιησία όχι μόνον δεν γίνεται, ή λογίζεται τελείως εμπόδιον εις το να υπανδρεύωνται αναμεταξύ των οι τοιούτοι ψευδαδελφοποιητοί, αλλ’ ουδέ όλως πρέπει να γίνεται. Απόβλητον γάρ εστι τούτο από την Εκκλησίαν του Χριστού, ως πολλών κακών και απωλείας πρόξενον ψυχικής εις τους περισσοτέρους, και ύλη δια να πληρόνουν τινες τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα, καθώς η δοκιμή μυρία έδειξε τα παραδείγματα κατά διαφόρους καιρούς και τόπους». («Πηδάλιο», «Περί συνοικεσίων», κεφάλαιο Ι’.)
Για λόγους κοινωνικού κατατρεγμού η Εκκλησία -αντίθετη στην παράδοσή της- με εγκυκλίους της (7/2/1834, 26/9/1862) απαγόρευσε τελικά την τελετή Αδελφοποιίας απειλώντας με τιμωρίες τους παραβάτες λαϊκούς και ιερείς.Αδελφοί και αδελφές λέγονται οι μοναχοί/ές, αδελφάτα τα θρησκευτικά σωματεία, ενώ από την τελετή της Αδελφοποιίας προέκυψε και ο χαρακτηρισμός των ομοφυλοφίλων: αδελφές.
Τις ίδιες λέξεις (αδελφοποίησις, αδελφοποίητος) χρησιμοποιούν οι ιστορικοί στην περίπτωση της ένωσης στην εκκλησία των Βασιλείου – Νικολάου, όπου δεν υπάρχει καμμία νύξη φυλετικής ή οικογενειακής παραμέτρου για τη σχέση, ούτε για ανταλλαγή αί­ματος. Δεν έχει στρατιωτική σημασία, ούτε αναφέρονται συνθήκες, που να την προκάλεσαν (π.χ. διάσωση από κίνδυνο, σοβαρή ασθένεια κ.λπ..) Τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Νικόλαος είχαν ζωντες αδελφούς με τους οποίους δια­τηρούσαν τακτικές και στενές επαφές, έτσι η πράξη τους δεν ήταν αποτέλεσμα επιθυμίας να αποκτήσουν αδελφό. Για τον Βασίλειο αναφέρονται τουλάχιστον δύο αδελφοί, οι Βάρδας και Μαριανός, οι οποίοι μάλιστα τον βοήθησαν στην μετέπειτα οργάνωση της δολοφονίας του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ο δε Νικόλαος είχε αδελφό ένα γιατρό, ο οποίος -όπως θα δούμε παρακάτω- φρόντισε να έρθει ο Βασίλειος σε επαφή με την αυτοκρατορική αυλή.
Πρόκειται καθαρά για μια προσωπική σχέση, που έγινε για τους προσωπικούς λόγους του καθενός. Ο ηγούμενος ευφραίνετο από τον καλοφτιαγμένο Βασίλειο, ο οποίος, άν δεν είχε βρεί τον ηγούμενο, πιθανόν θα συνέχιζε να κοι­μάται στους δρόμους.
           ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΣΙΝ
Άγιον Όρος, μονή Παντελεήμονος, φύλλα 60-62
Ποιεί ο ιερεύς ευλογητόν, τρισάγιον, Παναγία τριάς, Πατέρ ημών, ότι σού έστιν, απολυτίκιον της ημέρας, και κοντάκιον και του αγίου της μονής, ωσαύ­τως και το κοντάκιον και θεοτόκιον. Είτα τίθησιν το άγιον Εύαγγέλιον εν τω αναλογίω και τίθησι τας δεξιάς χείρας επάνω αυτού οι μέλλοντες αδελφοί ποιηθήναι, κρατούσι δε κηρούς άπτοντας και ο ιερεύς λέγει τάς ευχάς μεγαλοφώνως.
Αγαπητοί ηκούσατε την ευαγγελικήν φωνήν την λεγουσαν, του Κυρίου δεήθωμεν, ταύτα εντέλλομαι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους και του μεγάλου Παύλου λέγοντος· η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ουκ ασχημονει, η αγάπη ου ζητεί τα εαυτής, ου λογίζεται το κακόν, ή αγάπη ουδέποτε εκπίπτει εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ως και Δαβίδ προφητικώς φάσκει· ιδού δη τί καλόν, ή τί τερπνόν άλλ’ ή τό κατοικείν αδελφούς άμα εν αγάπη Θεού. Πορεύεσθε πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Είτα λέγει την συναπτήν· εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν.
Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και τής σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρί­ου δεηθώμεν…
Και αλλάσσουν τας χείρας αυτών εν τω Αγίω Ευαγγελίω. ο έχων ά­νω τίθησιν υποκάτω. Είτα επεύχεται ο ιερεύς λέγων την ευχήν ταύτην του Κυρίου δεήθωμεν.
Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, ο ποιήσας τον άνθρωπον κατ’ εικόνα σην και ομοίωσιν, και δούς αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός αϊδίου, ο ευδοκήσας τους αγίους σου αποστόλους Φίλιππον και Βαρθολομαίον αδελ­φούς γενέσθαι, ου δεσμουμένους φύσεως, αλλά πνεύματος αγίου κοινω­νία, ο και τους αγίους σου μάρτυρας Σέργιον και Βάκχον αδελφούς γενέ­σθαι αξιώσας, αυτός ευλόγησον και τους δούλους σου τούτους, όδεινα και όδεινα, ου δεσμουμένους φύσεως αλλά πίστεως τρόπω· δός αυτοίς, Κύριε, του αγαπάν αλλήλους αμισήτους και ασκανδαλίστους είναι πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών· πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των αγί­ων σου, ότι σον το κράτος και σου έστιν ή βασιλεία και η δύναμις και η δόξα, του πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Του Κυρίου δεηθώμεν. Κύριε ο Θεός ημών, ο εν τη κατά σάρκα σου οικονομία Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, ου κατηξιώσας αδελφούς γενέσθαι, αλλά μαθητάς και αποστόλους αναδείξας· αυτός και νύν, τους δούλους σου τού­τους τους πνευματικήν αγάπην εαυτούς αγαπήσαντας, εν ειρήνη και ομονοία διατήρησον πάσας τας ήμερας τής ζωής αυτών, εργαζομένους τας εντολάς σου. Και κατεύθυνον την οδόν αυτών, την λαμπάδα αυτών άσβεστον διατήρησον, συγκαταρίθμων αυτούς μετά των πέντε φρονίμων παρ­θένων, σώσον, ελέησον αυτούς ένεκεν του ονόματός σου το επεκεκλημένον υπ’ αυτούς και καταξίωσον αυτούς χάριν ευρείν ενώπιόν σου, ό­τι ουκ ην τα σαρκικά ως τα πνευματικά.
Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνευματι. Αμήν.
Του Κυρίου δεήθωμεν.
Κύριε ο Θεός ημών, ο συναθροίσας τους αγίους σου αποστόλους εν νεφέλαις και ενώσας αυτούς ενταύθα αδελφούς εν διλήμματι αγίω, εις ειρήνην και σωφροσύνην εις αγάπην ανυπόκριτον και εις έργα αγαθά εργαζομένους τας εντολάς σου, χάριτι και οικτιρμοίς και φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, μεθ’ ου ευλογητός ει, συν τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου πνεύματι. Αμήν.
Του Κυρίου δεηθώμεν…
Ελέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα σου έλεος –δεόμεθά σου- έτι δεόμεθα υπέρ των γενομένων αδελφών όδεινα και όδεινα ελέους,υγείας, ζωής, και σωτήριας, και αφέσεως των αμαρτιών είπομεν.
Ότι αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν.
Τροπάριον ήχος πλάγιος β’.
Τω συνδέσμω ταις αγάπαις συνδεόμενοι οι αυτάδελφοι τω δεσπόζοντι των όλων εαυτούς Χριστώ αναθεμένοι, ωραίους πόδας εξατενίζοντες ευαγγελιζόμενοι πάσιν ειρήνην.
Και ασπάζονται το Άγιον Ευαγγέλιον και αλλήλους και απόλυσις.
Η αγάπη του Θεοφιλίτση για το Βασίλειο
Ο Βασίλειος ζητούσε επίμονα από το Νικόλαο να τον συστήσει σε κάποιον από τους επισήμους, που γνώριζε. Ο αδελφός του ηγούμενου, ένας γιατρός, είδε μια μέρα το Βασίλειο στο μοναστήρι, του φάνηκε πολύ καλοφτιαγμέ­νος και όμορφος και τον σύστησε σ’ έναν πελάτη του, τον Θεόφιλο, περισσότερο γνωστό με το προσωνύμιο Θεοφιλίτσης, συγγενή του κατέχοντα τότε τον τίτλο του Καίσαρα, Βάρδα, και του ίδιου του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄.
Ο Θεοφιλίτσης ήθελε να έχει στην υπηρεσία του ανθρώπους δυνατούς και ψηλόκορμους, που τους έντυνε με θαυμάσιες, ολομέταξες φορεσιές. Του άρεσε να εμφανίζεται στον κόσμο μαζί μ’ αυτούς τους γίγαντες που τον συνόδευαν (“εις σπουδήν έχον γενναίους άνδρας και ευειδείς και ευήλικας και επ’ανδρία μάλιστα και αρώμη σώματος διαφέροντας”, “Τheophanes Continuatus, 5.9, σελ. 225.) Μόλις ο γιατρός του μίλησε για το Βασίλειο, θέλησε να τον δει, και γοητευμένος απ’ το παράστημά του, τον πήρε αμέσως για να φροντίζει τα άλογά του δίνοντάς του το αξίωμα του πρωτοστράτωρα. Ο Θεοφιλίτσης αγαπούσε το Βασίλειο κάθε μέρα και περισσότερο (“και ημέραν εξ ημέρας επί πλέον ηγαπάτο παρ’ αυτού“.)
Ο δεύτερος γάμος του Βασιλείου με το γιό της πλούσιας χήρας
Ο Βασίλειος, έμεινε αρκετά χρόνια στο σπίτι του Θεοφίλτση και σ’ αυτό το διάστημα είχε μια περιπέτεια, που εξασφάλισε οριστικά το μέλλον του. Κάποτε, που ο αφέντης του πήγε με κάποια αποστολή στην Πελοπόννησο, ο Βασίλειος τον συνόδευσε σαν ιπποκόμος του, αλλά στο ταξίδι αρρώ­στησε και αναγκάσθηκε να σταματήσει στην Πάτρα. Στο ναό του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου γνωρίστηκε με ένα καλόγερο, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με μιά πλούσια ώριμη χήρα, η οποία ήταν ίσως και γιαγιά και ονομαζόταν από το όνομα του ανδρός της Δανιήλ, Δανιηλίδα.
Η περιουσία της Δανιηλίδας ήταν αφάνταστα μεγάλη («πλού­τη βασιλικά και όχι απλού ιδιώτη» μας λέει ο χρονογράφος.) Είχε πολλούς δούλους, απέραντα κτήματα, κοπάδια αμέτρητα, εργοστάσια, όπου γυναίκες ύφαιναν για λογαριασμό της υπέροχα μεταξωτά, θαυμάσια χαλιά, και ε­ξαίσια και λεπτά λινά. Το σπίτι της ήταν γεμάτο από πλού­σια ασημένια και χρυσά σκεύη. Στα σεντούκια της ήταν στοι­βαγμένα λαμπρά φορέματα, οι κασέλες της ξεχείλιζαν από βέργες σε πολύτιμα μέταλλα. Είχε ιδιόκτητο ένα μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, και όπως λέει κάποιος ιστορικός, ήταν πραγματικά «η βασίλισσα του τόπου».
Της Δανιηλίδας της άρεσε η πολυτέλεια και η επίδει­ξη, της άρεσαν όμως και οι ωραίοι άνδρες. Έτσι κινήθηκε το ενδιαφέρον της για το Βασίλειο, τον οποίο καλοδέχθηκε και τον περιποιήθηκε στο σπίτι της αναπτύσσοντας σύντομα πολύ στενές σχέσεις.
Ο Βασίλειος νυμφεύτηκε τελικά το γιό της χήρας, Ιωάννη. Το γεγονός πρέπει να είχε προξενήσει μεγάλη εντύπωση, καθ’ ότι αφ’ ενός επιβεβαιώνεται από διάφορές ιστορικές πηγές κι αφ’ ετέρου ο λόγιος και αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής, Ιωάννης Σκυλίτζης, έχει φιλοτεχνήσει δύο εικόνες του γάμου στη “Χρονογραφία” του, μία από την εκκλησία και μία από το γαμήλιο γεύμα.
Το γαμήλιο γεύμα. Στη μέση διακρίνεται η μητέρα του Ιωάννη, Δανιηλίς, κι εκατέρωθεν αυτής το ζεύγος των νεονύμφων· αριστερά ο Βασίλειος Α’ και δεξιά ο Ιωάννης. [Οι χαρακτήρες αναγνωρίζονται από τα ονόματα, τα οποία είναι γραμμένα από επάνω τους (Ιωάννου Σκυλίτζη, «Χρονογραφία».)
Όταν επί τέλους ο Βασίλειος αποφάσισε να φύγει, η Δανιηλίς του έδωσε χρήματα, όμορφες φορεσιές, και τριάντα δούλους για να τον υπηρετούν. Με όλα αυτά ο φτωχός ιπποκόμος έγινε ένας μεγάλος άρχοντας, και μπόρεσε να παρουσιασθεί στον κόσμο και ν’ αγοράσει και μερι­κά κτήματα στη Μακεδονία.
Χρόνια αργότερα, όταν ο Βασίλειος έγινε αυτοκράτορας πήρε τον Ιωάννη κοντά του δίνοντάς του το αξίωμα του πρωτοσπαθαρίου, ενώ τη Δανιηλίδα, όταν τον επισκέφθηκε στην Κωνσταντινούπολη, την υποδέχθηκε στα ανάκτορα της Μαγναύρας σα βασίλισσα και της παρα­χώρησε επίσημα τον τίτλο της βασιλομήτορος.
Άλλο γάμο με άνδρα δεν έκανε ο Βασίλειος. Θα ολοκληρώσουμε όμως, εν συντομία την ιστορία της ζωής του, προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα, ότι ο αγράμματος Βασίλειος καμμία πνευματική ανησυχία δεν είχε, ώστε να κάνει πνευματικές ενώσεις, όπως παρουσιάζονται εξωραϊσμένα οι γάμοι του με τους άντρες από ορισμένους χριστιανούς ιστορικούς. Παρέμεινε σε όλη του τη ζωή, το ίδιο ανθρώπινο πλάσμα, το πρωτόγονο και άξεστο, με τα σκληρά και βάναυσα ενστικτα και τα βίαια πάθη. Στάθηκε πάντα ένας συμφεροντολόγος, ένας άνθρωπος με ταπεινή ψυχή, χωρίς κανένα ενδοιασμό και καμμιά λε­πτότητα, χωρίς τιμή.
Παρακοιμώμενος του αυτοκράτορα
Οταν ο Βασίλειος γύρισε απ’ την Πάτρα στην Κωνσταντινούπολη ξαναμπήκε στην υπηρεσία του Θεοφιλίτση, οπότε δύο απρόοπτα περιστατικά τον έφεραν σ’ επαφή με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Ο αυτοκράτορας ήταν Εβραϊκής καταγωγής, ανίκανος, βωμολόχος, διεφθαρμένος και μέθυσος· με αυτό το προσωνύμιο έμεινε γνωστός στην Ιστορία: Μιχαήλ Γ΄ ο Μέθυσος. Ο Μιχαήλ διασπάθιζε σε γελοία έξοδα το δημόσιο χρήμα. Διοργάνωνε με το επιτελείο του όργια, τα οποία ξεκινούσαν με γελωτοποιούς και μίμους, αλλά κατέληγαν σε ακρωτηριασμούς ανυπόπτων πολιτών, θανατικές εκτελέσεις κ.λπ.. Ο Πατριάρχης Φώτιος εύρισκε πολύ αστείες τις διασκεδάσεις του αυτοκράτορα και πρόθυμα τον συναγωνιζόταν στο τραπέζι πίνοντας περισσότερο κι απ’ τον ίδιο.
Σε ένα τέτοιο όργιο ο Βασίλειος πάλαιψε και νίκησε έναν -ανίκητο εως τότε- Βούλγαρο παλαιστή. Λίγες μέρες αργότερα κατάφερε να δαμάσει και ένα ωραιότατο άλογο, που κάποιος επαρχιακός διοικητής είχε στείλει στον Μιχαήλ και κανένας δεν μπορούσε να καβαλήσει. Ο βασιλιάς, ο οποίος αρεσκόταν τόσο στην παρέα γυναικών, όσο και ανδρών, κατάμαγεμένος απέσπασε από τον Θεοφιλίτση αυτό το όμορφο παλληκάρι, που ήταν τόσο καλός ιπποκόμος και τόσο ρωμαλέος παλαιστής, τον κατέταξε στους δικούς του ιπποκόμους και του έδωσε το αξίωμα του πρωτοστράτωρα.
Όταν αργότερα ο Σκύθης ευνούχος παρακοιμώμενος του Μιχαήλ καθαιρέθηκε τη θέση του -ύστερα από πρόταση του Βάρδα- κατέλαβε ο Βασίλειος, τον οποίο άλ­λωστε ο Μιχαήλ λάτρευε. Δεν κου­ραζόταν να λέει, πως μόνον αυτός ήταν ένας υπηρέτης πι­στός και αφοσιωμένος.
Δακτύλιος του Βασιλείου ως παρακοιμώμενου.
Ο παρακοιμώμενος ήταν αξίωμα στη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Προήλθε από το γεγονός, ότι ο αξιωματούχος αυτός κοιμόταν πρό της θύρας του βασιλικού κοιτώνα. Η άμεση σχέση του παρακοιμώμενου με τον βασιλιά εξηγεί, γιατί έλαβε το αξίωμα αυτό τόση μεγάλη σημασία. Ήταν πολλές περιπτώσεις, που οι παρακοιμώμενοι εκτελούντες καθήκοντα άμεσου βοηθού του βασιλιά για την άσκηση της εξουσίας ήταν αυτοί, που ουσιαστικά κυβερνούσαν το βυζαντινό κράτος.
Τη θέση του παρακοιμώμενου ασκούσαν -για ευνόητους λόγους- ευνούχοι. Στην περίπτωση όμως, του διεφθαρμένου αυτοκράτορα Μιχαήλ η κατάληψη της θέσης του παρακοιμώμενου από τον σφριγηλό ερωτικά και όμορφο Βασίλειο ήταν η πλέον ενδεδειγμένη.
Αίμα, ηδονή, θάνατος
Αργότερα, ο Μιχαήλ πάντρεψε τον ευνοούμενό του με την ερωμένη του, την Ευδοκία Ιγγερίνα, η οποία ήταν πολύ όμορφη και ο Μιχαήλ την είχε αρκετά χρόνια ερωμένη. Την έδωσε -λένε- στο Βασίλειο με τη συμφωνία πως οι σχέσεις Μιχαήλ – Ευδοκίας θα εξακολουθούσαν. Η σύμβαση φαίνεται πως τη­ρήθηκε τόσο καλά, πού οι αμερόληπτοι χρονογράφοι αναγνωρίζουν τον Μιχαήλ σαν πα­τέρα τών δύο πρώτων παιδιών του Βασιλείου (Κωνσταντίνου και Λέοντος – μετέπειτα αυτοκράτορα.)
Οι παλατια­νοί συγγραφείς πιο διακριτικοί φυσικά, γύρω άπό ένα τόσο λεπτό ζήτημα, προσπάθησαν αντίθετα να εξυμνήσουν, όχι μόνο την ομορφιά και τη χάρη της Ευδοκίας, μα ακόμα και τη σύνεση και την αρετή της. Όμως, κι αυτή ακόμα η επι­μονή τους δείχνει πως υπήρχε κάπου ένα νευραλγικό σημείο, κάπως ενοχλητικό για τη Μακεδονική δυναστεία. Μο­νάχα ο Βασίλειος φαίνεται πως συμβιβάστηκε άκοπα με αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Είχε άλλωστε και τον τρόπο να παρηγορηθεί. Ήταν ερωμένος της Θέκλας, της αδελφής του αυτοκράτορα και ο Μιχαήλ έκλεινε τα μάτια του μπροστά σ’ αυτό το σύνδεσμο, όπως και ο Βασίλειος έκλεινε τα δικά του μπροστά στη μοιχεία της γυναίκας του. Έτσι λοι­πόν όλοι αυτοί αποτελούσαν την πιο όμορφη οικογένεια, που μπορεί κανείς να φαντασθεί.
Όταν ο Βασίλειος διείδε, ότι ο Καίσαρας Βάρδας αποτελούσε εμπόδιο στις φιλοδοξίες του τον συκοφάντησε στον αυτοκράτορα και τελικά με συνεργό τον γαμπρό του Βάρδα, Συμβάτιο, τον σκότωσε. Το πτώμα του Βάρδα μπροστά στα μάτια του αδιάφορου ή ανίσχυρου αυτοκράτορα κομματιάστηκε, ενώ οι όρχεις του κρεμάστηκαν σε κοντάρι και τους γυρόφερναν για θέαμα. Ο Πατριάρχης Φώτιος, σαν καλός αυλικός, έσπευσε να συγχαρεί τον αυτοκράτορα, που ξέφυγε από τόσο μεγάλους κινδύνους. Ο Βασίλειος ήταν τώρα ο νικητής και ο Μιχαήλ την ημέρα της Πεντηκοστής της 26ης Μαίου 866, τον ανακήρυξε συμβασιλέα.
Η ευγνωμοσύνη δέν ήταν η χαρακτηριστική αρετή του Βασιλείου. Επειδή οι χθεσινοί του συνένοχοι και ιδιαίτερα ο Συμβάτιος του ζητούσαν απαιτητικά το μερίδιο τους από την εξουσία και τις τιμές, αφού τώρα πια του ήταν άχρηστοι τους έδιωξε χωρίς κανέναν ενδοιασμό και όταν οι δυσαρεστημένοι εστασίασαν, ο Βασίλειος τιμώρησε αυστηρά την ανταρσία τους. Τους έβγαλε τα μάτια και αφού έκοψε το δεξί χέρι του Συμβάτιου και τη μύτη ενός άλλου συνεργάτη του, τους εξόρισε.
Ο Μιχαήλ, που συνέχισε τα μεθύσια και τις διασκεδάσεις και «ξόδευε τους θησαυρούς του Κράτους σκορπίζοντας το χρήμα με το φτυάρι με κίναιδους, οργανοπαίκτες, χορεύτριες κι ένα πλήθος από ακόλαστους ανθρώπους», ήταν τώρα το τελευταίο εμπόδιο, που είχε απομείνει στον Βασίλειο στην προσπάθειά του για αναρρίχηση στον αυτοκρατορικό θρόνο. Έτσι, στις 23 Σεπτεμβρίου του 867, ύστερα από ένα ακόμα μεθύσι του Μιχαήλ σε δείπνο στό παλάτι του Αγίου Μάμαντα ο Βασίλειος με τους συνεργάτες του δολοφονούν τον Μιχαήλ· πρώτα του κόβουν και τα δύο χέρια κι ύστερα τον ξεκοιλιάζουν χύνοντας τα εντόσθιά του στο πάτωμα.
Παραμερίζοντας όλα τα εμπόδια που τον χώριζαν από τό θρόνο, ο Βασίλειος ήταν αυτοκράτορας. Πρώτη του φροντίδα ήταν να εγκαταστήσει στα διαμερίσματα της νόμιμης αυτοκράτειρας τη γυναίκα του, την Ευδοκία Ιγγερινή, που ως την τελευταία στιγμή ήταν η ερωμένη του Μιχαήλ Γ΄, αν και είχε δώσει το λόγο του στη Θέκλα. Λίγα χρό­νια αργότερα, απόκτησε μάλιστα απ’ αυτήν ένα γιό, που ήταν το πρώτο νόμιμο παιδί του, και ύστερα, άλλες τέσσερες θυγατέρες (τις έβαλε σε μοναστήρι, προκειμένου να τις αποκαταστήσει.) Βλέπουμε πώς την ψυχή του Αρμένιου χωριάτη, που είχε μείνει χυδαία, στο βάθος της δεν τη δυσκόλευαν τέτοιες μάταιες λεπτότητες.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του γνωρίζοντας την επιρροή και δύναμη, που είχαν οι καλόγεροι έκτισε περί τα εκατό μοναστήρια, τους ενίσχυε συνεχώς και τους κολάκευε. Εκείνη την εποχή οι καλόγεροι έγιναν οι πιο αφοσιωμένοι και πιστοί στυλοβάτες της μακεδονικής δυναστείας. Έπίσης ξόδεψε πολλά χρήματα για την ανακαίνιση, τη διακόσμηση και το στολισμό με εικόνες του ναού των Αγίων Στεργίου και Βάκχου, που αναφέρονται στις τελετές γάμων μεταξύ ανδρών.
Ο Βασίλειος πέθανε το 886 σε ηλικία εβδομηντατεσσάρων ετών κατά τη διάρκεια κυνηγιού. Είναι πολύ πιθανόν να δολοφονήθηκε, όπως ο Βάρδας κι ο Μιχαήλ, κι αυτός από συνωμοσία (βλ. σχετική μελέτη του Vogt: “La jeunesse de Leon VI”, στη “Revue Historique”, τ. 174, 1934) αν και βυζαντινές πηγές ισχυρίζονται, ότι σκοτώθηκε από τα κέρατα ελαφιού (Λέων Γραμματικός, 262.)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών.
Κ. Παπαρρηγόπουλου, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας».
Κ. Σάθα, “Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη”.
Ι. Σκυλίτζη, «Χρονογραφία», εκδ. «Μίλητος», Αθήνα.
Βασίλιεφ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», εκδ. «Μπεργαδή».
Καρόλου Ντίλ, «Βυζαντινές μορφές», εκδ. «Μπεργαδή», Αθήνα, 1969.
Τζων Μπόσγουελ, «Γάμοι μεταξύ ανδρών», εκδ. «Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος», Αθήνα, 2004.
Εγκυκλοπαίδειες «Ήλιος», «Πάπυρος Λαρούς».
Αναδημοσίευση από: Ελεύθερη Έρευνα

Αρκάδι: Η πτώση του από την προδοσία του επισκόπου του

Τα κρυφά "ιερά ντοκουμέντα" της Ιστορίας: Η πτώση του Αρκαδίου από την προδοσία του επισκόπου του! (έγγραφα)

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη
andrikakisalekos@gmail.com
Το Αρκάδι έπεσε στα χέρια των Τούρκων στις 9 Νοεμβρίου 1866, προδομένο από τον Επίσκοπό του, τον τότε Λάμπης και Σφακίων, Παΐσιο. Η σελίδα αυτή δεν αναφέρεται στα επίσημα ιστορικά κείμενα που διδάσκονται τα Ελληνόπουλα. Δεν γίνεται καν αναφορά στον προδότη ιεράρχη. Κι όμως ως προδότη του Αρκαδίου τον αποκήρυξε η ηγεσία της κρητικής επανάστασης, η "Συνέλευσις των Κρητών", με ανακοίνωσή της που τυπώθηκε στο δεύτερο τεύχος της εφημερίδας «Κρήτη» που εξέδιδαν οι επαναστάτες από το Νοέμβριο του 1866.
Η ιστορία δεν καταγράφει ούτε το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων και κυρίως της Αγγλίας, που τηρούσε μια προκλητική φιλοτουρκική στάση, ακόμα και στις ώρες των μεγάλων σφαγών σε βάρος των χριστιανών της Κρήτης. Ακόμα κι όταν ξεσηκωνόταν η αγγλική αλλά και η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη μπροστά στα τουρκικά εγκλήματα και στις κρητικές θυσίες για την ελευθερία.
"Στην Κρήτη αδικούνται οι Τούρκοι όχι οι Κρήτες", έλεγαν στη βουλή οι Άγγλοι που μιλούσαν για "εμφύλιο πόλεμο" στο νησί!

Φωτογραφία της μονής, λίγα χρόνια μετά τη θυσία (Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου)
Η εθελοθυσία του Αρκαδίου, στις 9 Νοεμβρίου 1866 (επισήμως οι εκδηλώσεις μνήμης οργανώνονται από τις 8 Νοεμβρίου, όταν άρχισε η πολιορκία), συγκλόνισε και συγκίνησε κάθε ανθρώπινη ψυχή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κι έφερε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προς των ευθυνών τους. Ευθύνες που πάντως δεν ανέλαβαν απέναντι στους Κρήτες ούτε στη διάρκεια της μεγάλης κρητικής επανάστασης 1866-69, ούτε στην πρώτη δεκαετή σχεδόν επανάσταση 1821-1830, ούτε στις υπόλοιπες, μέχρι την απελευθέρωση από τους Τούρκους, το 1898. Οι Κρήτες δεν περίμεναν φυσικά να τους απελευθερώσουν οι ξένοι «προστάτες», Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι Γερμανοί, στη συνέχεια οι Ιταλοί. Όμως περίμεναν να σταθούν δίκαια απέναντι σ’ ένα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Και δεν το έπραξαν. Οι μεγάλες δυνάμεις είχαν άλλοτε μια «ουδετερότητα» που ενίσχυε τον ισχυρό και σφαγέα του ηρωικού λαού του νησιού κι άλλοτε μια εμφανή φιλοτουρκική στάση  που ήταν το βασικό εμπόδιο στην απελευθέρωση της Κρήτης. Τη στάση αυτή την επέδειξαν μετά την επανάσταση του 1821, όταν αρνήθηκαν την ένταξη του νησιού στο νέο και μικρό ελληνικό κράτος, και το παρέδωσαν πίσω στην Τουρκία. Ανάλογη ήταν η στάση τους σ’ όλο τον 19ο αιώνα, ειδικά της Αγγλίας, η οποία ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και στην περίπτωση που υποστήριζε την απελευθέρωση του νησιού από την οθωμανική αυτοκρατορία θεωρούσε ότι θα άνοιγε δρόμους για να υποστεί εσωτερικά προβλήματα στις αποικίες της, όπως η Ινδία.
Βέβαια αυτή η φιλοτουρκική πολιτική της Αγγλίας, που εκφράστηκε πολύ χαρακτηριστικά ακόμη και στις σφαγές του Ηρακλείου, στις 25 Αυγούστου 1898 όταν ουσιαστικά οι εδώ τοποτηρητές της υποδαύλισαν το μίσος του όχλου των Τούρκων το οποίο όμως τελικά δοκίμασαν οι δικοί της στρατιώτες κι ο υποπρόξενός της Λυσίμαχος Καλοκαιρινός, μοιάζει να έχει και πολιτικές αφετηρίες. Η Τουρκία για την αυτοκρατορία της ήταν «ιδανική σύμμαχος» σε μια περιοχή όπως η Μεσόγειος. Τουλάχιστο αυτό αποδεικνύεται σε πολλά ιστορικά επεισόδια.
Η φιλοτουρκική στάση της επίσημης Αγγλίας είναι πολύ ξεκάθαρη στην επανάσταση του 1866. Ακόμη και μετά το δράμα του Αρκαδίου, η αγγλική βουλή συζητούσε το πόσο «δίκαιη» ήταν η τουρκική πολιτική στην Κρήτη και πόσο «άδικη» η εξέγερση των Κρητικών, τους οποίους θεωρούσε ότι είχαν υποκινηθεί σε επανάσταση από την Ελλάδα! Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Στάλνεϋ, σε ομιλία του στο αγγλικό κοινοβούλιο λίγα 24ωρα μετά το Αρκάδι διακήρυττε: «Η της Κρήτης διαχείρισις υπό την Τουρκία υπήρξε καθ’ ημάς ουχί φαύλη». Και πρόσθετε ότι η Ελλάδα υποκινούσε "προς όφελός της την εξέγερση μια φυλής η οποία ήταν ημιβάρβαρη"! Ενώ ο επίσης «ευγενής» βουλευτής Λαγιάρντ ισχυριζόταν ότι στην Κρήτη εξελισσόταν ένας εμφύλιος πόλεμος (!) και πρόσθετε με ξεδιάντροπο τρόπο ότι οι Τούρκοι θα έπρεπε να παραπονιούνται κατά των Κρητών, αφού αυτοί αδικούνται,  κι όχι οι Κρήτες για τη διοίκηση των Τούρκων!
Την περίοδο της επανάστασης, η οθωμανική αυτοκρατορία δεν περνά την καλύτερη περίοδό της. Κυρίως η ρωσική αυτοκρατορία είναι εκείνη που βρίσκεται απέναντί της, στο όνομα των χριστιανικών, των ορθοδόξων λαών στις κατακτημένες επαρχίες. Την προσδοκία στη στάση της Ρωσίας και του τσάρου είναι φυσικό αλλά και φανερό ότι την έχουν οι Κρήτες, ξεκινώντας το κίνημά τους, που πάντως αποδείχτηκε ανοργάνωτο, μάλλον σ’  όλη την πορεία της επανάστασης. Η Ρωσία βέβαια δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των ομοδόξων Κρητών, αλλά τουλάχιστον δεν έπαιξε το παιγνίδι των άλλων δυνάμεων, της Αγγλίας, κυρίως, και της Γαλλίας.
Τη στάση της Αγγλίας την περιγράψαμε σε γενικές γραμμές. Απλώς να προσθέσουμε ότι τουλάχιστον δύο φορές κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1866 οι Κρήτες ζήτησαν από τη βασίλισσα της Αγγλίας  Βικτωρία να αναλάβει την διακυβέρνηση του νησιού, αφού το προσαρτήσει. Ήταν ένας τρόπος να διασφαλίσουν τουλάχιστον την απελευθέρωση από την τουρκική σκλαβιά.
Η Γαλλία, αρχικά αντίθετη στο κίνημα, στη συνέχεια για λόγους δικού της συμφέροντος, υποστηρίκτρια και αργότερα και πάλι σφοδρή πολέμιος, έπαιξε τον λιγότερο σημαντικό ρόλο. Άλλωστε οι Κρήτες δεν περίμεναν και πολλά απ’ αυτήν.
Η στάση της Ελλάδας
Η Ελλάδα, φύσει και θέσει, σύμμαχος της Κρήτης, ανταποκρινόταν στις προσδοκίες ανάλογα με την κυβέρνηση που είχε. Η κυβέρνηση του Μπενιζέλου Ρούφου, δια του υπουργού Εξωτερικών Σπυρίδωνα Βαλαωρίτη, αποκήρυττε κάθε σκέψη κινήματος. Στον Νικόλαο Σακόπουλο, πρόξενο στα Χανιά, έγραφε στις 16 Απριλίου 1866 ότι οι εξελίξεις στην Ευρώπη και την Ανατολή «παν κίνημα απερίσκεπτον εν Κρήτη έσεται αναμφιβόλως καταστρεπτικόν». Ο Αγγλόφιλος Δημήτριος Βούλγαρης, που ανέλαβε στη συνέχεια,  κράτησε αποστάσεις, ενώ περισσότερο συγκαταβατικός απέναντι στις διεκδικήσεις των Κρητών, ήταν ο ρωσόφιλος Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, πρωθυπουργός από τον Δεκέμβριο του 1866. Ο Χαρίλαος Τρικούπης, υπουργός των Εξωτερικών του Κουμουνδούρου, στήριξε τον αγώνα των Κρητών και προκάλεσε την οργή του υπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας λόρδου Στάνλεϋ όπως φαίνεται στα επίσημα διπλωματικά έγγραφα της εποχής.  Ο Τρικούπης είναι εκείνος που μυστικά μεταφέρει χρήματα των ομογενών προς την Κεντρική υπέρ των Κρητών Επιτροπή, χρήματα βεβαίως όχι δικά του αλλά ομογενών από τη Ρωσία, την Αγγλία, την Αμερική, ακόμη και από την Κωνσταντινούπολη, τα οποία έρχονται στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών μέσω των πρεσβευτών και των προξένων.
Επίσημη ελληνική στήριξη στον αγώνα των Κρητών δεν υπάρχει, όμως υπάρχουν κρυφοί υποστηρικτές, θερμότεροι του Χαρίλαου Τρικούπη. Όπως ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης, ο Κρής υπουργός των Στρατιωτικών του Βούλγαρη, αδελφός του γενικού αρχηγού Χανίων Ιωάννη Ζυμβρακάκη. Στρατιωτικός, ας πούμε, σύμβουλος, της επανάστασης, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία με τον αδελφό του, αλλά και με άλλους επαναστάτες. Ο εν ενεργεία συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, γενικός αρχηγός του τμήματος Ρεθυμνης, ήλθε στην Κρήτη όχι μόνο με δική του απόφαση, αλλά μετά από συνεννόηση με τον Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη, πολιτικό του προϊστάμενο στο υπουργείο Στρατιωτικών.
Εντυπωσιακή είναι η υποστήριξη των Ελλήνων, αλλά και όλων των λαών στον αγώνα της Κρήτης. Δεν εκφράζεται μόνο με ψηφίσματα και συγκέντρωση χρημάτων, ακόμη και μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, όπου διοργανώνονται ακόμη και κοσμικές εκδηλώσεις στη διάρκεια των οποίων γίνονται έρανοι υπέρ του κρητικού αγώνα! Εκατοντάδες εθελοντές απ’ όλο τον κόσμο, ακόμη και την Αμερική, φυσικά κυρίως από την Ελλάδα, έρχονται στην Κρήτη. Μετά τη μεγαλειώδη θυσία του Αρκαδίου, εθελοντές απευθύνονται με επιστολές τους στον Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη ενημερώνοντάς τον για τα όσα έγιναν και προειδοποιώντας για τους κινδύνους να καμφθεί το κίνημα. Για να καταλήξουν, σχεδόν όλοι, καταγράφοντας την ανάγκη να ενισχυθεί με νέες ομάδες εθελοντών, αλλά και όπλα, και ζητώντας να απομακρυνθούν τα γυναικόπαιδα πριν προλάβει ο Μουσταφά να τα σφάξει.
Η εθελοθυσία του Αρκαδίου

Η πολιορκία του Αρκαδίου, στην πρώτη εικόνα για το συγκλονιστικό γεγονός,που μεταδόθηκε στην Ευρώπη . Είχε δημοσιευτεί στην αγγλική εφημερίδα "Illustrated London News", τον Ιανουάριο του 1867

Η πολιορκία έγινε από τις δυνάμεις του Μουσταφά που έφταναν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, από τους 15- 23.000 άνδρες, εξοπλισμένους με ό,τι πιό σύγχρονο διέθετε τότε ο στρατός της πανίσχυρης οθωμανικής αυτοκρατορίας. Απέναντι τους περίπου 300 μαχητές της ελευθερίας, Κρήτες και εθελοντές, αλλά και περισσότερα από 600 γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει για προστασία στο μοναστήρι, το οποίο είναι αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Ο γηραιός πασάς, αρχιστράτηγος των στρατευμάτων του κατακτητή, έφτασε στη μονή αφού πέρασε από τα χωριά του Αποκόρωνα και τα Ρεθυμνιώτικα, κι ενώ είχε συνεννοηθεί με το διοικητή του Ηρακλείου Ρεσίτ πασά να εισβάλλει εκείνος στα χωριά του Μυλοποτάμου ώστε να απασχοληθούν οι εκεί αγωνιστές και να μην σπεύσουν στο μοναστήρι.
Ο Μουσταφά πασάς κύκλωσε το Αρκάδι στις 8 Νοεμβρίου 1866, κι αφού φρόντισε να αποκόψει κάθε πρόσβαση σ’ αυτό ώστε να μην φτάσουν βοήθειες, αλλά και να μετατρέψει τα γύρω κτίσματα (ανεμόμυλο, στάβλους κ.α.) σε ορμητήρια για τις επιθέσεις, αλλά και σημεία προστασίας των στρατιωτών του από την άμυνα των εγκλείστων.
Η απίστευτη κακοκαιρία το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου, η αποκοπή της συγκοινωνίας προς το χώρο της πολιορκίας από τις δυνάμεις του Μουσταφά, η απασχόληση των επαναστατών του Μυλοποτάμου από τον Ρεσίτ, η αδυναμία, λόγω και των καιρικών συνθηκών όπως έχουν αναφέρει πολλοί ιστορικοί, να βρεθεί στο μοναστήρι ο Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνης συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, όπου ήταν και η έδρα του, αλλά και οι διαφωνίες και η ασυνεννοησία στους κόλπους των επαναστατών (για παράδειγμα, ο συνταγματάρχης Χρήστος Βυζάντιος που είχε φτάσει εκείνες τις ημέρες στην Κρήτη με δικό του σώμα εθελοντών δεν πήγε στο Ρέθυμνο, όπως είχε σχεδιάσει η Γενική Συνέλευση, αλλά με δική του απόφαση κατευθύνθηκε στο τμήμα Χανίων) είχαν συνέπεια οι έγκλειστοι να δώσουν μόνοι τους μια άνιση και με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Μετά την πτώση του Αρκαδίου πολλοί καταλόγισαν τις ευθύνες στον Κορωναίο, ο οποίος δεν βρισκόταν στο Αρκάδι αλλά στα γειτονικά χωριά για στρατολόγηση μαχητών. Ακόμη περισσότερες ευθύνες απέδωσε η Γενική Συνέλευση στον Βυζάντιο.
Ο Κορωναίος, πάντως, στην έκθεσή του για τη μεγάλη θυσία, που έστειλε στις 15 Νοεμβρίου 1866 στην Επιτροπή της Αθήνας, δεν αναφέρεται καθόλου στις καιρικές συνθήκες, ενώ αντίθετα κάνει λόγο για μικρή δύναμη που συγκέντρωσε προκειμένου να φτάσει στο Αρκάδι, αλλά προδότες που εμπόδισαν τις δικές τους και άλλες δυνάμεις να έχουν πρόσβαση στη μονή.
Η πολιορκία κράτησε μέχρι την επόμενη μέρα, 9 Νοεμβρίου, κι αφού οι πολιορκούμενοι αρνήθηκαν κάθε πρόταση του εχθρού για παράδοση, προκειμένου να σωθούν. Φρούραρχος του Αρκαδίου ήταν ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος βοηθούμενος από τον πυροσβέστη ανθυπασπιστή Π. Ξάνθη. Μαζί με τους εθελοντές ήταν Κρήτες αγωνιστές, κυρίως από τα χωριά του Μυλοποτάμου, αλλά και μερικοί από άλλες επαρχίες του νησιού.

Ο Μουσταφά πασάς μετέφερε, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, βαρύ πεδινό πυροβολικό και γκρέμισε τη δυτική πύλη. Έτσι  κατάφεραν οι δυνάμεις του να εισβάλλουν στο μοναστήρι. Ανάμεσα στον εξοπλισμό που μετέφερε ήταν κι ένα γιγάντιο πυροβόλο, με το όνομα «μπουμπάρδα κουτσαχείλα». Η μάχη, μετά την εισβολή, συνεχίστηκε σώμα με σώμα. Ο ηρωικός ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης, πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής του Ρεθύμνου και μέλος της Γενικής Συνέλευσης των Κρητών σκοτώθηκε μαχόμενος ή, κατ’ άλλους αυτοκτόνησε πριν τον πιάσουν οι Τούρκοι.
Λίγο μετά, κι αφού οι έγκλειστοι μετέλαβαν, ανατίναξαν την πυριτιδαποθήκη και μαζί της ανατινάχθηκαν εκατοντάδες χριστιανοί αλλά και στρατιώτες των πολιορκητών.
Το Αρκάδι πλέον είχε πέσει. Αλλά έμεινε αιώνιο σύμβολο αγώνα και θυσίας. Ελάχιστοι χριστιανοί διασώθηκαν και είτε εκτελέστηκαν επί τόπου από το στρατό του Μουσταφά, όπως ο φρούραρχος Δημακόπουλος,  είτε μεταφέρθηκαν στο Ρέθυμνο και αφού εκτέθηκαν στη δημόσια χλεύη του τουρκικού όχλου, φυλακίστηκαν ή σκοτώθηκαν.
Οι απώλειες του εχθρού ήταν πολύ μεγαλύτερες. Σχεδόν 3000 υπολογίζονται οι νεκροί και οι τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο γαμβρός του Μουσταφά, ενώ κατά τον ιστορικό Βασίλειο Ψιλλάκη και ο γιός του γηραιού Γκιριτλή.
Η έκθεση της Γενικής Συνέλευσης

Εικόνα που υπάρχει στη Δανδόλειο Βιβλιοθήκη
Στις 20 Νοεμβρίου 1866 η Γενική Συνέλευση των Κρητών με επιστολή της προς την Κ.Ε. των Κρητών της Αθήνας είχε δώσει την πρώτη επίσημη πληροφόρηση για τα ιστορικά γεγονότα. Την έκθεση είχαμε δημοσιεύσει στο ένθετο για την επανάσταση του 1866.
«Θα φανή άραγε ευπρόσδεκτος εις τους δυσμενείς προς την Κρητικήν καρτερίαν και θα μαλακώση τας καρδίας των ισχυρών η ανθρωποθυσία αύτη των νέων χρόνων εν τω μικρώ Μεσολογγίω ημών, τη Μονή Αρκάδι; Ίδωμεν! Οι Κρήτες δεν θα βραδύνωσι και μείζονας θυσίας να προσφέρωσι εις τους ακάματους έτι παρερμηνεύοντας το αυθόρμητον του κινήματος των!»
Με το ερώτημα αυτό, που αναδεικνύει το θαυμασμό κάθε ανθρώπινης ύπαρξης στην υπέρτατη θυσία για την ελευθερία, και παράλληλα φανερώνει την πικρία για τη στάση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, έκλεινε την έκθεσή της για τα γεγονότα του Αρκαδίου, του «μικρού ημών Μεσολογγίου», όπως το χαρακτήριζε, η Γενική των Κρητών Συνέλευση.
Η Γ.Σ. με την έκθεση που απέστειλε στην επιτροπή της Αθήνας από τη Δρακώνα της επαρχίας Κισσάμου στις 20 Νοεμβρίου περιέγραψε τα γεγονότα, από την αρχή της πολιορκίας της μονής από το Μουσταφά πασά, μέχρι το τραγικό και ηρωικό τέλος των πολιορκημένων, επισημαίνοντας την αυταπάρνηση των χριστιανών. Ούτε στην έκθεση, αλλά ούτε και στην προκήρυξη της επόμενης ημέρας προς τους Κρήτες η Συνέλευση αναφέρει όνομα πυρπολητή.
Για τον Κορωναίο σημείωνε ότι δεν μπόρεσε να φτάσει στη μονή για βοήθεια, ενώ δεν κατάφεραν να προσεγγίσουν και άλλες δυνάμεις από τις επαρχίες του Ρεθύμνου και της υπόλοιπης Κρήτης. «Κρίμα ότι ένεκα του χειμώνος και της βραδύτητος της αγγελίας της πολιορκίας οι κατερχόμενοι από τας 4 επαρχίας της Ρεθύμνης και αυτών των Σφακίων και εν γένει των απ’ όλα τα μέρη δεν έφθασαν τον εχθρόν εν τη αθυμία του κάνι και έξω!», ανέφερε η Συνέλευση.
Οι νεκροί οθωμανοί υπολογίστηκαν σε 2000 και σε 1000 οι τραυματίες, ενώ για τους νεκρούς χριστιανούς, σημείωνε: «Ξηρόστερναι, αι στέρναι της Μονής, οι τάφοι οι χριστιανικοί, τάφροι και βάραθρα εισί πλήρη πτωμάτων. Τοσαύτην δ’ εντύπωσιν επροξένησεν εις τον εχθρόν ώστε επιστρέφων εις Ρεθύμνην επυρπόλησεν τα 2 Καβούσια και τα Χάρκια και τινάς προστυχόντας εξ ανάγκης, κατέσφαξαν!»
Η προδοσία του Επισκόπου Λάμπης
Στην πολιορκία και την πτώση του Αρκαδίου έπαιξε καθοριστικό ρόλο η προδοσία του επισκόπου Λάμπης Παΐσιου, ο οποίος αλληλογραφούσε με τον Μουσταφά. Μετά το ολοκαύτωμα ο Παΐσιος αποκηρύχθηκε από τη Γενική Συνέλευση ως προδότης και ζητήθηκε η εκτέλεσή του από όποιον τον συναντούσε. Στην Κρήτη πάντως έμεινε για μερικούς ακόμη μήνες, μέχρι τουλάχιστο το καλοκαίρι του 1867, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία που είχαν μαζί του μοναχοί, οι οποίοι του ζητούσαν βοήθεια για να προστατεύονται από τον τουρκικό στρατό.
Ο Παΐσιος, που δεν είχε καταγωγή από την Κρήτη, όταν έφυγε από το νησί πήγε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, κατά τα φαινόμενα, δεν ανέλαβε αρχιερατικά καθήκοντα.
Τη φοβερή καταγγελία για την προδοσία του ιεράρχη και ιερατικώς προϊσταμένου της μονής, που ουδέποτε καταγράφηκε στα βιβλία της κρητικής ιστορίας, διατύπωσε λίγες ημέρες μετά την ανατίναξη η Γενική Συνέλευση των Κρητών αποκηρύσσοντας δημόσια τον επίσκοπο Λάμπης Παΐσιο.
Ο επίσκοπος, δηλαδή, που πρόδωσε το Αρκάδι ήταν εκείνος που είχε στην εκκλησιαστική του σκέπη το μοναστήρι! Στο κείμενο της αποκήρυξης αναφέρονται και οι επιστολές που αντάλλαξαν ο Παΐσιος με τον Μουσταφά πασά και οι συνεννοήσεις που έκαναν.
Ο ρόλος του Παϊσίου στην υπόθεση του Αρκαδίου σχεδόν ποτέ δεν αναφέρθηκε. Την εμπλοκή του αποκαλύψαμε τον Δεκέμβριο του 2008 σε αφιέρωμα στην εφημερίδα "Πατρίς" (δείτε εδώ το αφιέρωμα).
Από όσα έχουμε διαπιστώσει, υπάρχει μόνο μια προηγούμενη αιχμή για τις περίεργες σχέσεις του με την τουρκική διοίκηση στην «Ιστορία της Κρήτης» του Βασιλείου Ψιλάκη.
Οι λόγοι που ο προδοτικός του ρόλος δεν έχει αναδειχτεί δεν μας είναι φυσικά γνωστοί. Είναι όμως σίγουρο ότι ο ιεράρχης, που δεν καταγόταν από την Κρήτη, έπαιξε αυτό το ρόλο, καθώς στο "Κρητικό Αρχείο" της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου εντοπίσαμε και άλλα έγγραφα, επιστολές μοναχών, με τις οποίες καλείται να μεσολαβήσει στην τουρκική διοίκηση προκειμένου αυτοί να έχουν καλή αντιμετώπιση από τους Τούρκους.
Μάλιστα τέτοιες επιστολές είναι μεταγενέστερες τους Αρκαδίου, χρονολογούμενες από το καλοκαίρι του 1867, γεγονός που σημαίνει ότι η προδοσία και η αποκήρυξη του Παϊσίου δεν ήταν αρκετά στοιχεία για την απομάκρυνσή του. Και δεν μπορούσαν να είναι, καθώς ο ίδιος ο τότε μητροπολίτης Κρήτης Διονύσιος είχε κατηγορηθεί πολλές φορές ότι είχε επίσης άριστες σχέσεις με το καθεστώς. Φυσικά η, στη συνέχεια, ανάδειξη του Διονυσίου, επίσης μη Κρητικού, στο αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη εξηγεί πολλά για τον τρόπο της λειτουργίας της εκκλησίας εκείνη την περίοδο.
Πάντως και στην Κρήτη η στάση του Διονυσίου και του Παϊσίου δεν αποτελούσε εξαίρεση, τουλάχιστο για τη δράση της πλειοψηφίας των ιεραρχών, η οποία είχε άριστες σχέσεις με τους Τούρκους, ακόμη και κατά την επανάσταση. Σε αντίθεση με τον μεσαίο και κατώτερο κλήρο, αρχιμανδρίτες, μοναχούς και ιερείς.
Άλλωστε η στάση, μεταξύ άλλων, του επαναστάτη ηγουμένου του Αρκαδίου Γαβριήλ, του ηγουμένου της μονής Ιερουσαλήμ του Ηρακλείου Μελετίου, των ιερομονάχων Παρθενίων, Περίδη και Κελαϊδή, αυτό αποδεικνύει. Με το ένα χέρι κρατούσαν το τουφέκι και το άλλο το Ευαγγέλιο.
Η συγκλονιστική καταγγελία – αποκήρυξη του επισκόπου από τη Συνέλευση, η οποία αναδημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος της εφημερίδας «Κρήτη» που εξέδιδαν οι επαναστάτες από το Νοέμβριο του 1866, έχει ως εξής:
"ΑΠΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΛΑΜΠΗΣ ΠΑΪΣΙΟΥ
Λαέ της Κρήτης!
Σας είναι ήδη γνωστόν το επί τρεις ολοκλήρους ημέρας παρασταθέν φρικώδες και απαίσιον δράμα εν τω νέω ηρωικώ Μεσολογγίω Αρκάδι, εκεί όπου, μη δυνηθέντων των εν αυτώ πολιορκουμένων 250 ενδόξων και αρειμανίων μαχητών, των μιμηθέντων τους εν Θερμοπύλαις Σπαρτιάτας ν’ ανθέξωσι πλέον εναντίον προσβολής εχθρού, έχοντος δυνάμεις ανωτέρας, και συνεπείς όντες εις τον ιερόν και αμετάτρεπτον όρκον, τον οποίον ενώπιον του Υψίστου έδωκαν του να μη παραδοθώσι ζώντες εις τας χείρας του εχθρού, έθεσαν πυρ και ανετινάχθησαν εις τον αέρα και μετ’ αυτών πλείστα γυναικόπαιδα και πλέον των 2500 Τούρκων. Εκεί όπου, εισβαλόντος του εχθρού, γέροντες εκρεουργήθησαν, ζώντα βρέφη εις φρούρνους κατεκάησαν, εγγύων γυναικών αι κοιλίαι κατασχίθησαν, ιεροσιλείαι διεπράχθησαν και πλείστα άλλα κακουργήματα, άτινα κατεσυνεκίνησαν όλον τον κόσμον. Τις δε η αιτία όλων τούτων; Τις ο οδηγήσας τον εχθρόν εις Αρκάδι; Τις ο προδώσας αυτό; Φευ! Ο αρχιερεύς της επαρχίας Λάμπης, ο εφιάλτης ούτος και ουχί λειτουργός του Υψίστου, όστις αντί να μιμηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσι της πατρίδος του τον ένδοξον και αοίδοιμον εν Καλαβρύτοις Αρχιερέα Γερμανόν, τον αναπετάσαντα την σημαίαν της ελευθερίας, αντί να μιμηθή τον χάριν της πατρίδος του υποστάντα τον φρικώδη της αγχόνης θάνατον, τον αθάνατον Πατριάρχην Γρηγόριον, τουνατνίον εμιμήθη τον ισκαριώτην Ιούδαν, τον προδώσαντα, χάριν αργυρίου, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.
Όθεν τον τοιούτον εφιάλτην της πατρίδος παραδίδομεν εις τα αράς ολοκλήρου του πανελληνίου.
Συ δε, ω λαέ της Κρήτης, αφού τρις αναθεματίσης τον εφιάλτην τούτον φρόντιζε όπως ανακαλύπτης τους τοιούτους, οίτινες βεβαίως εισίν ολίγιστοι και τιμωρής με θάνατον αυτούς προς παραδειγματισμόν.
Ιδού αι του εφιάλτου προδοτικαί επιστολαί.
α΄) Η του αρχιερέως προς τον Μουσταφάν.
«Εξοχώτατε.
Σας ειδοποιώ ως και προφορικώς εμείναμεν σύμφωνοι ότι εις το Αρκάδι πρέπει να υπάγετε δια να το καταστρέψετε, καθότι δια της καταστροφής αυτού επιτυγχάνετε την καταστροφήν όλων των επαρχιών του τμήματος Ρεθύμνης, καθ’ όσον εντός αυτού υπάρχουσιν αι επιτροπαί και τα πολεμοφόδια των ρηθεισών επαρχιών».
Και β΄) η του Πασσα προς τον αριχερέα.
«Σήμερον αναχωρώ και πηγαίνω εις το Αρκάδι δια να κάμω εκείνο όπου εμείναμεν σύμφωνοι, αλλά απορώ πώς δεν μου εστείλετε εκείνα, τα οποία μου υπεσχέθητε και όταν επιστρέψω θέλω να τα εύρω».
(Τ.Σ.) Η Γενική Συνέλευσις των Κρητών
Παύλος Ανδρέου Μοράκης, Ιωσήφ Χ. Βουρδουβάκης, Ιωσήφ Α. Μανουσογιαννάκης, Α. Ζ. Μπουμπουλάκης, Εμ. Μ. Θεοδωρίδης, Στυλιανός Δημητρακάκης, Στυλ. Παππαδάκης, Αλέξανδρος Μαρκάκης, Μάρκος Τζανουδάκης, Παρθένιος Περίδης, Παρθένιος Κελαϊδής, Δημήτριος Παππαδάκης".


Η αποκήρυξη του επισκόπου Λάμπης, Παΐσιου, από τη ΓΣ των Κρητών. Το φοβερό αυτό ντοκουμέντο δεν καταγράφεται στα βιβλία της Ιστορίας... (Κρητικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)