Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Τα δώρα της Σελήνης


TITTIKΑ ΔHMHTPOYΛIΑ
Kριτικός-Mεταφράστρια

OYPΑNIO ΣΩMΑ, στοιχείο κοσμικό, η Σελήνη θεοποιήθηκε εξαρχής, σε όλες τις θρησκείες, μαζί με τον φωτοδότη της, τον Ήλιο, και πολλά άστρα. Θεά Σελήνη και Άρτεμις, Αφαία, Βριτόμαρτη και Δίκτυννα στην ελληνική μυθολογία, Ίσιδα και Ιστάρ στην αιγυπτιακή και την ασσυριακή, το φεγγάρι υπήρξε θεότητα θηλυκή, της γονιμότητας και της αφθονίας, σύμβολο της περιοδικότητας και του χρόνου που περνά, της αναγέννησης. άλλο ένα πρόσωπο της πρωταρχικής Μεγάλης Μητέρας, η Σελήνη ταυτίστηκε όμως και με την απειλή, την προερχόμενη από το ασυνείδητο και τις παρεκτροπές του, με την αχαλίνωτη φαντασία και τη μαγεία, αλλά και με τον θάνατο - και συνδέθηκε έτσι με χθόνιες θεότητες, όπως η Περσεφόνη και η Eκάτη.
Διαρκώς μεταβαλλόμενη και αμφίσημη, ζωή και θάνατος, ευλογία και κατάρα, η Σελήνη γονιμοποίησε πολύ νωρίς και τον ποιητικό λόγο και συνεχίζει να εμπνέει στους αιώνες τους ποιητές, όλων των ρευμάτων και των τάσεων. Ο ορφικός ύμνος που ακολουθεί, αριστοτεχνικά μεταφρασμένος από τον Δ. Π. Παπαδίτσα και την Ελ. Λαδιά, αποτελεί το καλύτερο προοίμιο στην αναζήτηση αυτή των φεγγαριών στην ποίηση:

Εισάκουσε, θεά, βασίλισσα, φωτοφόρα, θεϊκή Σελήνη,
ταυροκέρατη Μήνη, νυχτόδρομη, αεροδιάβατη,
νυκτόβια, δαδοφόρα, κόρη πάνστιλβη, Μήνη,
που αυξάνεις και λιγοστεύεις, θηλυκή και αρσενική,
φωτίστρια, φίλιππη, μητέρα χρόνου, καρποφόρα,
κεχριμπαρένια, βαρύθυμη, ολόφεγγη, νυχτερινή,
συ η παντεπόπτρια, φιλάγρυπνη, με όμορφα αστέρια γεμάτη,
χαρούμενη στην ησυχία και στην καλόμοιρη νύχτα,
λαμπερή, χαριτοδότρια, τελεσφόρα, ω κόσμημα νύχτας,
αστράνασσα, μακρόπεπλη, ελικόδρομη, πάνσοφη κόρη,
πρόσελθε, μακαρία, τερπνή, πάντιλβη, με τρίδιπλο φέγγος
που λάμπεις, να σώζεις τους νέους ικέτες σου, κόρη.

«Eνα γλυκό, τρελό φεγγάρι»
Από την αρχαιότητα, λοιπόν, ώς σήμερα, η Σελήνη ενοικεί στην ποίηση, με όλα της τα πρόσωπα και σε όλους τους ρόλους. Μητέρα χρόνου, μετρά την οδυνηρή μοναξιά της Σαπφώς και όλων όσων ξαγρυπνούν από έρωτα:

«δέδυκε μεν α σελάννα και Πληΐαδες, μέσαι δε/νύκτες, παρά δ' έρχετ' ώρα, εγώ δε μόνα κατεύδω»
(Το φεγγαράκι κρύφτηκε, κι η πούλια· μεσονύχτι· /κι η ώρα πλάι μου περνά, κι εγώ μόνη ξαπλώνω, μεταφράζει ο Σωτ. Κακίσης).

Παραστέκει τους ερωτευμένους, ως υπόμνηση παρουσίας της αγαπημένης ύπαρξης:

  «Παίζει απόψε το φεγγάρι / μέσα στην κληματαριά, / που 'ναι να το πιεις, αλήθεια, / στο ποτήρι· / κι όχι τόσο γιατί παίζει / στην κληματαριά / όσο γιατί φέγγει δίπλα / σ' ένα παραθύρι...»· 

ή συγκαλύπτοντας, ως ευμενής συμπαραστάτης, τις ατέλειες στη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου: 
«άφησέ με να 'ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! / Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται / που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι / θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. / άφησέ με να 'ρθω μαζί σου».

Η Σελήνη συντροφεύει ακόμα και τους επίγειους αγγέλους όπως γράφει ο Θωμάς Γκόρπας:

«Μπήκε στο θάλαμο ένα γλυκό, τρελό φεγγάρι / καθώς φωνή αγαπημένη μπαίνει στην ερημιά/ένας φαντάρος μες στον ύπνο του χαμογελά / κ' αναστενάζει, γέρνει προς το παράθυρο / κλείνει το μάτι στο φεγγάρι και μετά πηδά / σαν άγγελος απ' το κρεβάτι του»· 
και τους παρηγορεί.

Ανεξιχνίαστη και μαγική για το καλό και το κακό, αναδεικνύει τη γυναικεία ωραιότητα: 

«η ωραία πανσέληνος ετούτης της βαθιάς και κατορθωμένης νύχτας, υψώνει σε αρπαγή λευκή, χάρισμα κυκλικό, την πλήρη γυμνότητα της φευγάτης γυναίκας, της εγγύς και της σκληρής ανατολής», τραγουδάει ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (μτφρ. Κ. Ε. Τσιρόπουλος). 

Ανταπαντά ο Καίσαρ Εμμανουήλ
«Θραύσμα σελήνης μυστικής, ο υγρός, γλυπτός της ώμος / απ' το γαλάζιο ωλίσθησε της μουσελίνας νέφος»·
και συνεχίζει ο Διονύσης Καψάλης

«Τοπίο σε παλιό καθρέφτη / το πρόσωπό σου όπως πέφτει / το φως του φεγγαριού χλομό· / κι απ' τον ωραίο σου λαιμό / κι από το γυμνωμένο στήθος / ελευθερώνεται ένας μύθος, / μικρές σιωπές αργοπορούν».

 Το φως της Σελήνης σχεδιάζει τα πολλαπλά πρόσωπα του έρωτα.

Kόσμημα της νύχτας
Η Σελήνη είναι πολύτιμη, είναι το κόσμημα της νύχτας, το μαργαριτάρι του Κ. Γ. Καρυωτάκη: 

«Το φεγγαράκι απόψε στο γιαλό / θα πέσει, ένα βαρύ μαργαριτάρι. / Και απάνω μου θα παίζει το τρελό / τρελό φεγγάρι»· το «κρίνο / των ουρανών / γεμάτο απ' όλα τα όνειρα»,

 του E. E. Κάμινγκς, κρυμμένο στα μαλλιά της αγαπημένης. Χαρούμενη, η Σελήνη χορεύει με τη γάτα Μιναλού στον Γέητς: 
«Oταν συναντηθούν δυο συγγενείς, τόσο στενοί / τι πιο καλό από 'ναν εύθυμο χορό;» (μτφρ. Σ. Ηλιόπουλος)·

 παίζει με τη μικρή τσιγγάνα του Ελύτη:
 «Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι / χορεύει κι έρχεται με χάρη / μεσ' από δάφνες και μυρτιές / κι από το φως ασημωμένη / μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη»

Για τον Μπωντλαίρ είναι «η ίδια η ιδιοτροπία», «αλήτισσα και ωραία» 
για τον Λαφόργκ. Μακαρία και τερπνή,
 κατά τον Ντ. Χ. Λώρενς, «Η νέα σελήνη, από τους δροσερούς ουρανούς επάνω, / σε ρόδινα χρώματα, στις αισθήσεις μας φέρνει / μια γλυκιάν ευωδιά του παραδείσου» (μτφρ. Α. Δικταίος).

Nυκτόδρομη, βαρύθυμη
Η ίδια αυτή χαριτοδότρια Σελήνη όμως, μέσα στο ίδιο ποίημα, στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, θεριεύει επίσης τους ίσκιους:
«Oταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι / αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, / ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου / λησμονημένα λόγια».

Νυκτόδρομη και βαρύθυμη, φορτωμένη τις σκοτεινές συνδηλώσεις του ρομαντισμού, σκορπίζει θλίψη στο Oραμα του Μαλλαρμέ 
και φως ψυχρό στην ωδή Εις θάνατον του Ανδρέα Κάλβου: 
«Από τον ουρανόν, / όπου τα μελανόπτερα / σύννεφα αρμενίζουν / το ψυχρόν της αργύριον / ρίπτει η σελήνη». 

Γίνεται σελήνη ταφική και νεκρική, στην Ωδή στη Σελήνη του Διονύσιου Σολωμού: «Yμνον παθητικό θε να σου υψώσω· / παθητικό σαν εσένα, όταν λαμπίζης / στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου / σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζης»·

αλλά και στον Τάσο Λειβαδίτη: 
«Μητέρα, της λέω, μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα - δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη». Περίμενα να δω τι θα πει. Hταν Ιούνιος, βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. / Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση». 

Ξένο και απόμακρο, ψυχρό και ταφικό, το άλλο μισό της Σελήνης γίνεται ενίοτε αιματοχαρές. Η παντεπόπτρια Σελήνη δεν προφητεύει απλώς αλλά επιζητεί τη φρίκη και τον τρόμο, όπως το φεγγάρι που μας συστήνεται στον Ματωμένο Γάμο (μτφρ. Ν. Γκάτσος): 
«Είμαι ένας κύκνος στρογγυλός μες στο ποτάμι / Είμαι ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά, / Και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής / Κανείς δε μου γλιτώνει εμένα», λίγο προτού βαφτεί με αίμα φονικού: «Tο φως μου πρέπει να κυλήσει για να βαφτούν τη νύχτα τούτη / τα μάγουλά μου αίμα γλυκό».

«Kοκκίνισε η πανσέληνος»
Αίμα ίδιο κι αλλιώτικο από αυτό που βάφει τη γοτθική και ερμητική σελήνη του Λωτρεαμόν:
«Mε μια σελήνη μυστηριακή που στάζει αίμα και τρόμο» (μτφρ. Μ. Δημάκης· 

και την εφιαλτική Σελήνη του Μ. Σαχτούρη:
«Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο/κρυμμένο μένει το φεγγάρι / πότε πίσω από δέντρα / πότε πίσω από θηρία / πότε πίσω από σύννεφα / με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων». 

Αίμα ανθρώπινο, το αίμα των συντρόφων του, που πονάει τον Ναζίμ Χικμέτ: 
«Κοκκίνισε η πανσέληνος. Και, κόκκινην έτσι όπως την είδε / ο παρίας είπεν: Απόψε το φεγγάρι μοιάζει /με των αδελφών μου το αίμα που, / κόμπο-κόμπο σταλάζει στον Γάγγη» (μτφρ. Άρης  Δικταίος). Κι αυτό το αιματοβαμμένο φεγγάρι, της δουλείας και της καταπίεσης, είναι ίσως το πιο φρικιαστικό από όλα...

«Όλοι διακρίνουν το φεγγάρι καθένας με τον τρόπο του», λέει ο Kινέζος Λι-Τάι-Πο, τον 8ο μ.Χ. αιώνα (μτφρ. Αμ. Τσακνιά).

 Ο Χρ. Λιοντάκης χαιρετίζει την αινιγματική του φύση: 
«Mυστικό μισό της σελήνης / που συνοψίζεις νοσταλγία / σε υδάτινους καθρέφτες».

Ο Α. Φωστιέρης θέλει να την ορίσει: 
«...Διάβολε / Δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε / κι ούτε για δείγμα ένας που να πει / τα στοιχειώδη». 

Κι ο Νίκος Εγγονόπουλος υμνεί τα εύπλαστα και μαγικά φεγγάρια, στα στήθη και στα σφουγγάρια, στ' αγάλματα και τα δέντρα, τα χνάρια και τα νερά, γιατί 
«τα πιο ωραία τραγούδια/ειν' τα τραγούδια του φεγγαριού».

«Kαταραμένο, αγαπητό, χαϊδεμένο παιδί»
Θηλυκή, η Σελήνη συναιρεί τη γέννηση και τον θάνατο, είναι η πύλη του ουρανού και της κόλασης. Είναι η μήτρα του καλού και του κακού, της έμπνευσης και της παραφροσύνης, του έρωτα και του φονικού, της ελευθερίας και της καταπίεσης. 

«Και γι' αυτό, καταραμένο, αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ' όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών», 
λέει ο Μπωντλαίρ (μτφρ. Τ. Βαρβιτσιώτης). 
Και ειδικά των ποιητών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου