Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Χουρμουζιάδης: "Ο Ινδοευρωπαίος είναι ένα παραϊστορικό κατασκεύασμα"

Οι  "Ινδοευρωπαίοι" 

Του Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ καθηγητή ΑΠΘ αρχαιολογίας , βουλευτή του ΚΚΕ

(Σε 3 συνέχειες)

1ο μέρος. Αναδημοσίευση από Ριζοσπάστη Κυριακή 26 Γενάρη 1997

Πιστεύω πως οι πιο πολλοί από σας έχετε ακούσει τη λέξη Ινδοευρωπαίος.
Άλλοι από το σχολειό, άλλοι από τις εφημερίδες, ή την τηλεόραση, αν και η τελευταία, σπάνια ή σχεδόν καθόλου ασχολείται με τέτοια θέματα, αφού υπάρχουν οι βιασμοί, οι πλημμύρες, οι δηλώσεις των προπονητών και τα παρασκήνια της πολιτικής, θέματα που πουλάνε και κοιμίζουν.
Ο Ινδοευρωπαίος, λοιπόν, είναι ένα παραϊστορικό κατασκεύασμα, που έχει γεμίσει χιλιάδες σελίδες και μπαινοβγαίνει στις βιβλιοθήκες, χωρίς, τελικά, να βοηθήσει, με την παρουσία του, στη λύση προβλημάτων που σχετίζονται με τις ατελείωτες συζητήσεις για την εθνογένεση, τις εθνικές γλώσσες, την κοιτίδα των πολιτισμών και τον επιμέρους χαρακτήρα των ευρωπαϊκών λαών.
 Για τους Ελληνες, μάλιστα, το όνομα των Ινδοευρωπαίων παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο και για πολλούς ερευνητές ταυτίζεται με το περιεχόμενο του ελληνικού. Βέβαια, με τα δύο - τρία σημειώματα, που θα αφιερώσω στο θέμα αυτό, δε σημαίνει πως θα το εξαντλήσω. Ούτε σημαίνει ότι θα σας πείσω πως η δική μου άποψη είναι η πιο σωστή. Οχι, απλώς η πρόθεσή μου είναι να σας περιγράψω το πρόβλημα και σεις να ψάξετε να βρείτε κι αλλού τις απαντήσεις, που ίσως να κάλυπταν πιο αποτελεσματικά τις απορίες σας.
Όπως καταλαβαίνετε, ένα μάθημα θα ήθελα να σας κάνω, γι' αυτό επιτρέψτε μου το δασκαλίστικο ύφος και συγχωρέστε μου τα κενά που θα σας αφήσω. Ετσι συμβαίνει πάντοτε. Ο δάσκαλος δεν τα καταφέρνει να προλαβαίνει τις απορίες των μαθητών ούτε να ανατρέπει τις αντιρρήσεις τους.
Ας τα πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή και με τη σειρά τους. Στα 1767, ο γιατρός J. Parsons, που το αντικείμενο των ερευνών του ήταν η ανθρώπινη ουροδόχος κύστη, η δομή των απόρων και ο ερμαφροδιτισμός, έγραψε στον πρόλογο ενός βιβλίου του: 
"...Τις ώρες της σχόλης μου, για κάποιο διάστημα στο παρελθόν, τις χρησιμοποίησα, για να εξετάσω την εντυπωσιακή συγγένεια των γλωσσών της Ευρώπης και, βρίσκοντας κάθε μέρα νέα και πιο θελκτική διασκέδαση σε αυτήν την επιδίωξη, οδηγήθηκα, χωρίς να το καταλάβω, στο να προσπαθήσω να τις ακολουθήσω μέχρι την πηγή τους".
 Ενας ερασιτέχνης, λοιπόν, γιατρός το επάγγελμα, στάθηκε η πρώτη αιτία που ο επιστημονικός κόσμος άρχισε να ασχολείται με τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στις ευρωπαϊκές γλώσσες και να προσπαθεί να τις εξηγήσει αυτές τις ομοιότητες. Βέβαια, και οι άλλοι γλωσσολόγοι της εποχής του Parsons δεν ήταν πιο εξοπλισμένοι, μελετώντας τα διάφορα προβλήματα της γλώσσας. Τα θεολογικά κείμενα και οι απόψεις των μορφωμένων κληρικών της εποχής εκείνης έπαιζαν σημαντικά αρνητικό ρόλο στην ανάπτυξη των επιστημών και ιδιαίτερα αυτών που ήθελαν να μελετήσουν την ιστορία του ανθρώπου, την πορεία της εξέλιξής του και τα στάδια της ανάπτυξης του πολιτισμού του.
 Ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι, της Αγγλίας, μάλιστα, είχε βγάλει και μια περίεργη μπροσούρα, όπου αναφερόταν στη δημιουργία του κόσμου, του ανθρώπου, δηλαδή, και ισχυριζόταν πως, με βάση τους υπολογισμούς του, που τους στήριζε στην Αγία Γραφή, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο κόσμος δημιουργήθηκε στο 4004 π.Χ.
Πάλεψαν πολύ οι αρχαιολόγοι, οι επιστήμονες της εξέλιξης, οι κοινωνιολόγοι και οι γεωλόγοι, να ανατρέψουν μια τέτοια άποψη. Και πάλεψαν πολύ, γιατί, την εποχή εκείνη, και φοβούμαι πως και σήμερα ακόμη, ήταν αδύνατο τα επίσημα θεσμοθετημένα επιστημονικά όργανα, βασιλικές εταιρίες και ερευνητικά ινστιτούτα, να αντιπαλέψουν τα παραεπιστημονικά συμπεράσματα της Εκκλησίας. Εξάλλου, ας μην ξεχνούμε πως όλα αυτά τα "σωματεία" είχαν από πίσω τους τις βασιλικές αυλές ή τα ταμεία των λόρδων που τους χρηματοδοτούσαν. Γι' αυτό οποιαδήποτε σωστή επιστημονική άποψη που προσπαθούσε να ανατρέψει τις μεταφυσικές αντιλήψεις των αυτοσχέδιων επιστημόνων της Εκκλησίας έπρεπε να περιμένει πολύ, και, περιμένοντας, έπρεπε να αντιμετωπίσει "διωγμούς" και μισαλλοδοξίες τυραννικές.
Οι γλωσσολογικές προσπάθειες του Parsons, επομένως, έκαναν εντύπωση και μπορεί να χάθηκαν κάποια στιγμή και από τότε να γνώρισαν την ειρωνεία και την απόρριψη, μέσα στην ιστορική διαδρομή της έρευνας, όμως έπαιξαν το δικό τους το ρόλο. Και αυτό το καταλαβαίνει κανείς πιο εύκολα, αν λάβει υπόψη του πως, από τον 16ο αιώνα κιόλας, ο γλωσσολόγος Joseph Scaliger προσπάθησε να κατατάξει τις ευρωπαϊκές γλώσσες σε τέσσερις ομάδες, ανάλογα με τη λέξη που είχαν για τον Θεό. Για τις λεγόμενες νεολατινικές γλώσσες, ο Scaliger είχε ως χαρακτηριστικό της λέξης deus (λατινικά deus, ιταλικά dio, ισπανικά dio, γαλλικά dieu). Για τη δεύτερη ομάδα, ο S. είχε ως χαρακτηριστικό τη γερμανική λέξη gott (αγγλικά god, ολλανδικά god, σουηδικά gud). Για την τρίτη ομάδα, είχε ως χαρακτηριστικό την ελληνική λέξη θεός και για την τέταρτη τη σλαβική λέξη bog (ρωσικά bog, πολωνικά bog, τσέχικα buh). Αυτό σημαίνει πως η άποψη για τις ομοιότητες που υπήρχαν ανάμεσα στις ευρωπαϊκές γλώσσες απασχολούσε, όχι μόνο τους ερασιτέχνες ή τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και τους επιστήμονες. Με τη διαφορά ότι οι πρώτοι προσπαθούσαν να αντλήσουν τα επιχειρήματά τους από τη Βίβλο και να τα στηρίζουν στο θέλημα του θεού. Οι δεύτεροι, όμως, αναζητούσαν στοιχεία, για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, στην ιστορία.
 Ετσι, οι άνθρωποι της Εκκλησίας πίστευαν πως τις γλώσσες των ανθρώπων πρέπει να τις αποδώσουμε στα γνωστά βιβλικά πρόσωπα. Στους γιους του Νώε, π.χ., που σώθηκαν από τον κατακλυσμό και ανέλαβαν να δημιουργήσουν με το σπέρμα και τη φωνή τους το νέο κόσμο. Εναν κόσμο φωτισμένο, χωρίς αμαρτίες και καταστροφές. Προορισμένο να ζήσει ευτυχισμένος. Κατά την άποψή τους, οι Σημ και Χαμ έδωσαν τη γλώσσα των Εβραίων και των Αράβων, των Αιγυπτίων και των Κουρσιτών.
Ενώ ο τρίτος γιος του Νώε, ο Ιάφεθ έδωσε τη γλώσσα των Ευρωπαίων, γι' αυτό και τις παλαιότερες γλώσσες της Ευρώπης και τους λαούς, που τις μιλούσαν, τις έλεγαν ιαπετικούς.
Οι επιστημονικές, όμως, απόψεις, αυτές δηλαδή που προσπαθούσαν να αντλήσουν επιχειρήματα από την ιστορία και να εξηγήσουν τα γλωσσικά φαινόμενα με τρόπο άμεσα πειραματικό, συγκριτικό, ας πούμε καλύτερα, για την περίπτωση διάλεγαν άλλα ονόματα, για να χαρακτηρίσουν τις γλώσσες και τους λαούς που τις μιλούσαν.
Ανάμεσα σ' αυτά τα ονόματα, τα πιο σημαντικά είναι Σκύθες, Θράκες και στο τέλος Ινδοευρωπαίοι.
 Ποια συνέχεια είχαν όλες αυτές οι προσπάθειες και πώς συσχετίστηκαν με τους Ελληνες και τον πολιτισμό τους, θα το δούμε στα άλλα μας σημειώματα.
Ο Ινδοευρωπαίος, λοιπόν, είναι ένα παραϊστορικό κατασκεύασμα, που έχει γεμίσει χιλιάδες σελίδες και μπαινοβγαίνει στις βιβλιοθήκες, χωρίς, τελικά, να βοηθήσει, με την παρουσία του, στη λύση προβλημάτων που σχετίζονται με τις ατελείωτες συζητήσεις για την εθνογένεση, τις εθνικές γλώσσες, την κοιτίδα των πολιτισμών και τον επιμέρους χαρακτήρα των ευρωπαϊκών λαών.



2ο μέρος (Ριζοσπάστης Κυριακή 2 Φλεβάρη 1997)

Ινδοευρωπαίοι (2)
Του Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ
Έγραφα στο προηγούμενο σημείωμά μου ότι οι πρώτες προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών γλωσσών, αναφορικά με τον ινδοευρωπαϊκό τους χαρακτήρα, την καταγωγή τους, δηλαδή, από μια κοινή "μητέρα" γλώσσα, ήταν αποκλειστικά συγκριτικές. Αυτό σημαίνει πως η μόνη φροντίδα των πρώτων "ινδοευρωπαιολόγων" ήταν η σύνταξη πινάκων, όπου φαίνονταν οι ομοιότητες που υπήρχαν ανάμεσα στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και οι ομαδοποιήσεις, που θα μπορούσαν να γίνουν με τις ομοιότητες αυτές. Μια τέτοια φροντίδα, βέβαια, δεν οδηγούσε σε λύσεις των προβλημάτων που σχετίζονταν με την έρευνα. Αντίθετα, μάλιστα, πλήθαιναν οι διχογνωμίες και κάθε τόσο έβλεπε το φως και μια νέα θεωρία. Στα μέσα του 19ου αιώνα όμως, ένας άλλος μελετητής των γλωσσολογικών φαινομένων διατύπωσε μια καινούρια μεθοδολογική πρόταση, σχετική με το θέμα και έτσι οι ερευνητικές κατευθύνσεις γνώρισαν νέους προσανατολισμούς. 
Το όνομα του νέου γλωσσολόγου ήταν Αύγουστος Σλάιχερ και η πρότασή του είχε ιστορικό χαρακτήρα. Πίστευε, δηλαδή, πως η σωστή γνώση μας για τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έπρεπε να θεμελιωθεί στη μέθοδο της αποκατάστασης. Στην προσπάθεια, με άλλα λόγια, να βρούμε τη μορφή που είχαν οι όμοιες λέξεις κατά την πρώτη τους εμφάνιση. Ενα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο δούλευε η πρόταση του Σλάιχερ είναι η λέξη "αγρός". Η λέξη αυτή, κατά την άποψή του, στην πρώτη της μορφή ήταν "agras", εξελίχθηκε όμως και, έτσι, στη σανσκριτική γλώσσα έγινε "ajras", στη λατινική "ager" και στη γοτθική "akrs". Βέβαια, αυτή η διαδικασία των αποκαταστάσεων που κατά τον Σλάιχερ οδηγούσε στην πρώτη μορφή των λέξεων που παρουσίαζαν χαρακτηριστικές ομοιότητες μέσα στις ευρωπαϊκές γλώσσες δεν έγινε από όλους τους ερευνητές δεκτή. 
Διατυπώθηκαν πολλές αντιρρήσεις, που είτε βοηθούσαν στην επινόηση βελτιώσεων είτε προκαλούσαν καθυστερήσεις. Στο σημείο όμως που όλοι οι σχετικοί μελετητές συμφωνούσαν ήταν πως όλες αυτές οι γλώσσες που διακρίνονταν για τις χαρακτηριστικές τους ομοιότητες πρέπει να είχαν προκύψει από μια κοινή γλώσσα. Αυτήν την αρχική γλώσσα την αποκάλεσαν "πρωτοϊνδοευρωπαϊκή".
Αυτή η συμφωνία, όμως, δε σηματοδοτούσε και τη λύση. Από τον εντοπισμό μιας"μητέρας" γλώσσας προέκυπταν μερικά δύσκολα ερωτήματα. Από αυτά τα πιο σημαντικά είναι εκείνα που έχουν ιστορικό χαρακτήρα και που αφορούν το πότε η πρώτη αυτή γλώσσα άρχισε να διασπάται και να "σκορπίζει", άρα πότε οι λαοί που μιλούσαν αυτά τα γλωσσικά προϊόντα, τις νέες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, δηλαδή, άρχισαν να μετακινούνται, για να αναζητήσουν τις νέες "πατρίδες" τους. Ποιες κατευθύνσεις πήραν αυτές οι μετακινήσεις, ποιοι παράγοντες τις επηρέασαν και ποια ήταν τα τελικά τους πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Βέβαια, στο πλαίσιο των αναζητήσεων του Σλάιχερ, είχε διατυπωθεί ένα γενεαλογικό δέντρο, όπου γινόταν μια προσπάθεια, για να δοθούν απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα, η σχετική πρόταση όμως φάνηκε υπερσχηματοποιημένη και δεν έγινε από όλους δεκτή. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, πρέπει να αποδεχτούμε δυο βασικούς κλάδους των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, που ξεκινούν από την αρχέγονη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και απλώνονται σε όλον τον ευρωπαϊκό χώρο, για να αποτελέσουν τελικώς, όχι μόνο το γλωσσικό ιστό της ηπείρου, αλλά και τον πολιτισμικό της. Ο ένας από τους κλάδους αυτούς πρωτοεμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά της "Σλαβογερμανικής", για να διαμορφωθεί σε τέσσερις άλλες ομάδες. Στη "Βαλτοσλαβική", που διασπάται στη "Βαλτική" και τη "Σλαβική" και τη "Γερμανική", που εξελίσσεται κατευθείαν από την παλιά κοινή. Ο δεύτερος βασικός κλάδος πρωτοεμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά της "Αριο-ελληνο-ιταλο-κελτικής", για να διαμορφωθεί σε δυο ομάδες. Η πρώτη από αυτές, η "Ελληνο-ιταλο-κελτική", διασπάται στην "Κελτική", στην "Ιταλική", στην "Αλβανική" και στην "Ελληνική". Η δεύτερη, η "Αρια", διασπάται στην "Ιρανική" και στην "Ινδική". Αυτή η πρόταση όμως δεν έπεισε, είχε λάθη και κάποιες ανεξήγητες αυθαιρεσίες, που αναφέρονταν στην προφορά και στην αδυναμία να εξηγηθούν οι διαφορές και οι ομοιότητες στη γραμματική δομή των λέξεων.
Ετσι, η γλωσσολογική έρευνα προχώρησε σε άλλες προτάσεις, που λίγο ως πολύ φαίνονταν πιο κοντά στην αλήθεια, χωρίς όμως να ικανοποιούν όλες τις πλευρές της έρευνας. Η πρώτη από αυτές τις προτάσεις διατυπώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Τζ. Σμιθ και προέβλεπε τέσσερις μεγάλες ομάδες γλωσσών που τέμνονταν μεταξύ τους, για να δικαιολογήσουν με τον τρόπο αυτό την αιτία των ομοιοτήτων τους. Οι ομάδες αυτές ήταν: Ιταλική και Ελληνική, Κελτική, Γερμανική και Βαλτοσλαβική και, τέλος, Ινδοϊρανική και Αρμενική. 
Η δεύτερη πρόταση διατυπώθηκε από τον Φ. Αντραντος στα 1982 και προέβλεπε τρεις φάσεις εξέλιξης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στην πρώτη τοποθετούνται οι γλώσσες της Ανατολίας. Στη δεύτερη φάση τοποθετούνται δυο ομάδες: Η βόρεια: Δυτικές Ινδοευρωπαϊκές - Σλαβική - Γερμανική και η νότια: Ελληνική, Θρακική - Αρμενική και Αρια. Τέλος, στην τρίτη φάση τοποθετούνται επίσης δυο ομάδες, η βόρεια: Δυτική Ινδοευρωπαϊκή - Σλαβική - Γερμανική και η νότια: Ινδοϊρανική από την οποία προέρχονται η Θρακοαρμενικοελληνική και η Ινδική.
Η τελευταία πρόταση, για την ώρα, είναι αυτή που διατύπωσαν οι Σοβιετικοί γλωσσολόγοι Τ. Γκαμτζερελίτζε και Ι. Ιβάνοφ. Η πρόταση αυτή προβλέπει την αρχική πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, από την οποία, με τη βοήθεια μιας μακρόχρονης διαδικασίας διασπάσεων, προέκυψαν τελικά οι σύγχρονες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες: Ελληνική, Αρμενική, Ινδοϊρανική, Βαλτοσλαβική, Γερμανική, Ιταλική, Κελτική, Τοχαρική και οι Γλώσσες της Ανατολίας. Βέβαια, όπως τονίζει ο Τζ. Μάλορι, καλά θα ήτανε να δεχτούμε μια από αυτές τις προτάσεις. Ετσι, θα βρίσκαμε μια λύση που θα μπορούσε να μας "... εξηγήσει γιατί ο μισός πληθυσμός της Γης μιλά γλώσσες, οι οποίες σαφώς σχετίζονται μεταξύ τους, πράγμα που απαιτεί να υποθέσουμε ότι κάποτε σε κάποιο μέρος της Ευρασίας υπήρχε ένας πληθυσμός, ο οποίος μιλούσε μια γλώσσα, που ήταν ο άμεσος πρόγονος όλων εκείνων των γλωσσών, τις οποίες αναγνωρίζουμε σήμερα ως ινδοευρωπαϊκές".
Δίπλα σ' αυτήν την πρόταση του Μάλορι όμως, θα ήθελα να τοποθετήσω μερικές δικές μου απορίες, όπως αυτές που προκύπτουν από την αρχαιολογική προσέγγιση. Απορίες, με άλλα λόγια, που δεν αναφέρονται μόνο στη γλώσσα, αλλά και στα άλλα πεδία του πολιτισμού, όπου αναπτύσσονται και άλλα στοιχεία της ανθρώπινης δράσης και που σχετίζονται με την οργάνωση και τη χρήση του χώρου, την οικονομία, την τεχνολογία και την ιδεολογία. 
Δραστηριότητες, επομένως, πιο σύνθετες από τις λέξεις. Δράσεις, που είναι πιο κοντά στην προσπάθεια του ανθρώπου να επιζήσει. Ολ' αυτά, όμως, στο άλλο μας σημείωμα!


3ο μέρος (Ριζοσπάστης Κυριακή 2 Φλεβάρη 1997)

Οι "Ινδοευρωπαίοι" 
Του Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ

Όλη αυτή η μεγάλη συζήτηση για τη γλώσσα των Ινδοευρωπαίων και για τους δρόμους που πήρε αυτή, για να ξαπλωθεί σ' όλη την Ευρώπη και όχι βέβαια μόνη αυτή σαν ένα σύστημα λέξεων και γραμματικών κανόνων, αλλά σαν ένα πλήθος ανθρώπων, με ανάγκες, συμπεριφορές και συγκεκριμένες ικανότητες, πήρε ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα σε σχέση με τους Ελληνες.
Το πρώτο κεφάλαιο αυτής της συζήτησης αφορούσε το "φυλετικό" στοιχείο, που θα μπορούσε να μας αποδείξει την ιδιαιτερότητα του "ελληνικού". Θα μπορούσε, με άλλα λόγια, να μας αποδείξει την καμπύλη, που σηματοδοτεί με τα χαρακτηριστικά σημεία της ανάπτυξής της τα χρονικά όρια του ελληνικού πολιτισμού. Την αρχή του και τα στάδια της ανάπτυξής του. Μια τέτοια προσέγγιση δε βοήθησε, όμως. Η φυσική ανθρωπολογία, που φαίνεται ως επιστημονική διαδικασία να βρίσκεται πιο κοντά σε τέτοιους προσδιορισμούς, δεν έφερε τη λύση του προβλήματος.
Ετσι, ο όρος "Ελληνες", όπως παρατήρησε ο Χόπερ στο ενδιαφέρον βιβλίο του για τους "πρώτους" Ελληνες, "...δεν είναι ιδιαίτερα επαρκής, τουλάχιστον όχι περισσότερο απ' ό,τι, π.χ., ο όρος "Κρητικός". Θα πρέπει", επιμένει ο Χόπερ "να αντικατασταθεί, όπως είναι ευνόητο, από τον όρο "ελληνόφωνοι", εφόσον, σε τελευταία ανάλυση, η γλώσσα προσδιορίζει το λαό και το βασικό του πολιτισμό...".
Και πραγματικά η άποψη αυτή του Βρετανού ερευνητή λειτούργησε σχεδόν ως μεθοδολογική πρόταση. Κι αυτό το υπογραμμίζω, γιατί, ακόμα και σήμερα, όλες οι αναφορές που γίνονται από τους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς ή τους εθνολόγους στο πρόβλημα που εκφράζεται με τη σχέση Ελληνες - Ινδοευρωπαίοι σχετίζονται με την παρουσία μιας γλώσσας, που δε φαίνεται να είναι γηγενής, άρα, μιας γλώσσας, που είναι δυνατό να μας οδηγήσει σ' αυτούς που τη μίλησαν και την έγραψαν πρώτοι στην ελλαδική χώρα. Και όχι μόνο σ' αυτούς που τη μίλησαν και την έγραψαν πρώτοι, αλλά και στον υλικό πολιτισμό, που οι πρώτοι αυτοί "ελληνόφωνοι" παρήγαγαν.
Βέβαια, είναι αλήθεια πως η όλη συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από το θέμα αυτό δεν περιορίστηκε μόνο στην ανάλυση των γλωσσικών στοιχείων. Πολύ γρήγορα προστέθηκαν και οι προσπάθειες για τον εντοπισμό των στοιχείων εκείνων που συνιστούν τα υλικά προϊόντα του πολιτισμού. Στοιχείων, με άλλα λόγια, που αποτελούν και το αντικείμενο της αρχαιολογικής έρευνας. Δίπλα, λοιπόν, στο γλωσσικό πρόβλημα, εντάσσεται, στο πλαίσιο της έρευνας, και το αρχαιολογικό.
Και είναι αλήθεια πως η αρχαιολογική προσέγγιση των ινδοευρωπαϊκών θεμάτων, σε σχέση με τους Ελληνες ή τους ελληνόφωνους, μπορεί να θεωρηθεί η πιο θετική ή, για να το πω κι αλλιώς, η πιο αντικειμενική. Και είναι αντικειμενική, γιατί δε βασίζεται σε υποθέσεις και σε υποκειμενικές εκτιμήσεις. Ούτε θεμελιώνει τα συμπεράσματά της σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, που δεν μπορούμε να τις προεκτείνουμε, όπως και όσο χρειάζεται, στο παρελθόν. Τα αντικειμενικά στοιχεία μάς επιβάλλουν ένα όριο. Ενα τέλος, δηλαδή. Και θέλω να πω πως η γλώσσα είναι ένα πεπερασμένο, από την άποψη της έρευνας, στοιχείο του πολιτισμού. Με κανένα τρόπο, δεν μπορούμε να πούμε σήμερα, με βάση τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, ποια γλώσσα μιλούσαν οι γεωργοκτηνοτρόφοι της Μακεδονίας στο τέλος της 5ης χιλιετίας. Και αυτό σημαίνει πως δεν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε, με βάση τη γλώσσα. Δε λέω τη γραφή, γιατί έχουμε, ήδη, στα χέρια μας τα δείγματα μιας παλαιοευρωπαϊκής γραφής, που πρέπει να είναι δύο χιλιάδες χρόνια, ίσως και περισσότερο, πιο παλιά από τη γραφή των σουμεριακών πινακίδων που χρονολογούνται στο 3500 π.Χ. Κι αυτό το λέω, για να δείξω πως η έρευνα βρίσκει κάθε τόσο τα μονοπάτια εκείνα που θα την οδηγήσουν σε σημαντικές λύσεις, αν και οι γνώσεις μας για μια προϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα είναι ακόμα πολύ λίγες. Μπορούμε, όμως, να πούμε σήμερα, με σιγουριά, ποια γλώσσα μιλούσαν οι Μυκηναίοι στα 1350 π.Χ. και ακόμα να πούμε πώς την έγραφαν τη γλώσσα αυτή. Πού την έγραφαν και με ποιον τρόπο. Οι ειδικοί ερευνητές αυτών των θεμάτων, μάλιστα, αυτή τη γλώσσα την ονόμασαν και "ελληνική". Σχετικά με το θέμα αυτό, τη γλώσσα των Μυκηναίων, δηλαδή, ο Μάλορι, που τον ανέφερα και σε άλλο μου σημείωμα, γράφει: "...Η αποδοχή της αποκρυπτογράφησης της γραμμικής Β (1) ως ελληνικής μας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι οι Ελληνες θα πρέπει να ήταν παρόντες στην Ελλάδα γύρω στο 1300 π.Χ., χρονολογία των παλιότερων κειμένων".
Το περίεργο, όμως, είναι πως, μέσα από αυτές τις συζητήσεις που αφορούν τη γλώσσα, ένας μεγάλος αριθμός ερευνητών δε στρέφεται με σωστό τρόπο για την αναζήτηση ευρηματικών επιχειρημάτων, σχετικών με τη σχέση Ελληνες - Ινδοευρωπαίοι. Κατά την άποψή μου, παγιδεύεται στη γοητεία μιας περιπλάνησης, που οδηγεί αποκλειστικά στο γνωστό μας ερώτημα: Από πού ήρθαν αυτοί που έγραψαν και μίλησαν την "ελληνική γλώσσα"; "Η φανερή αδεξιότητα με την οποία εκφράζεται η ελληνική γλώσσα με τη συλλαβική γραμμική Β επιτρέπει να υποστηριχτεί ότι αυτή, καθώς και η γραμμική Α (2), δεν είχαν αρχικά εφευρεθεί από ελληνόφωνους", υποστηρίζει ο Μάλορι. Και με βάση αυτή την άποψή του, προτείνει ότι δεν μπορούμε να αναζητήσουμε την προέλευση των Ελλήνων στην Κρήτη, όπου, όπως είδαμε, βρέθηκαν οι πιο παλιές πινακίδες της γραμμικής Β, αλλά θα πρέπει να στραφούμε στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα και στην προέλευση των Μυκηναίων.
Πού να τους αναζητήσουμε, λοιπόν, τους πρώτους Ελληνες;
Πού θα πρέπει να ψάξουμε τα ίχνη των ιστορικών τους βημάτων;
Καλά η γραφή και η γλώσσα τους, τα σπίτια τους, όμως, τα εργαλεία της δουλιάς τους; Αυτοί που έζησαν πάνω σ' αυτή τη στεριά και καλλιέργησαν τη γη για πρώτη φορά και εξημέρωσαν τα πρώτα ζώα και επινόησαν και τους πρώτους θεσμούς ποιοι ήταν; Δεν είναι σωστό, από την επιστημονική και την ιστορική άποψη, να τους ονομάσουμε με το ουδέτερο όνομα "Προέλληνες" ή "Πρωτοέλληνες". Ετσι, δεν το λύνουμε το πρόβλημα, απλώς το ξεπερνούμε. Την άλλη Κυριακή, όμως, η συνέχεια!
Θέλω να πω πως η γλώσσα είναι ένα πεπερασμένο, από την άποψη της έρευνας, στοιχείο του πολιτισμού. Με κανένα τρόπο, δεν μπορούμε να πούμε σήμερα, με βάση τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, ποια γλώσσα μιλούσαν οι γεωργοκτηνοτρόφοι της Μακεδονίας στο τέλος της 5ης χιλιετίας. Και αυτό σημαίνει πως δεν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε με βάση τη γλώσσα. Δε λέω τη γραφή, γιατί έχουμε, ήδη, στα χέρια μας τα δείγματα μιας παλαιευρωπαϊκής γραφής, που πρέπει να είναι δύο χιλιάδες χρόνια, ίσως και περισσότερο, πιο παλιά από τη γραφή των σουμεριακών πινακίδων που χρονολογούνται στο 3.500 π.Χ.
Παραπομπές:
1. Γι' αυτούς που δεν το ξέρουν ή που το ξέχασαν, θα ήθελα να πω πως Γραμμική Β ονομάζεται η γραφή, και η γλώσσα βέβαια, που ήταν χαραγμένη πάνω σε χιλιάδες πήλινες πινακίδες, οι παλιότερες από τις οποίες βρέθηκαν στο ανάκτορο της Κνωσού.
2. Η Γραμμική Α είναι μια γραφή παλιότερη από τη Γραμμική Β. Κατά την άποψή μου, θα μπορούσαμε να την τοποθετήσουμε δίπλα στα "σήματα" της παλαιοευρωπαϊκής γραφής και τα ίδια "σήματα" της πινακίδας του Δισπηλιού Καστοριάς.


Δεν υπάρχουν σχόλια: