Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Η επάνασταση του 1866 στην Κρήτη-Τουρκοκρητικοί

6-5-2014 1
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

ΚΡΗΤΗ: Οι επαναστάσεις και η σημασία τους


Από την πρώτη αποβίβαση των Οθωμανών (1645) στο νησί, ξεκίνησε
η διαδικασία του εξισλαμισμού.
Στο πέρασμα των χρόνων, οι μουσουλμάνοι στρέφονταν
ενάντια στους Χριστιανούς και
η καταπίεση οδήγησε στο ξέσπασμα
επαναστατικών κινημάτων
Η εξέγερση του 1866 των Ελλήνων της Κρήτης, που διήρκεσε τρία χρόνια, είναι μία από τις πολλές εξεγέρσεις που συνέβησαν στο νησί από την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης. Η συγκεκριμένη επανάσταση όμως παρουσιάζει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον, γιατί συμβαίνει σε μια εποχή που κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο στην απολυταρχική Αυτοκρατορία.
Επαναστάτες το 1866 (εφημ. «Πατρίς»)Επαναστάτες το 1866 (εφημ. «Πατρίς»)
Το 1856 είχε ολοκληρωθεί με το Χαττ-ι-Χουμαγιούν μια μεταρρυθμιστική περίοδος που έμεινε γνωστή ως Τανζιμάτ. Το Χαττ-ι-Χουμαγιούν (Διάταγμα Εφαρμογής των Μεταρρυθμίσεων) επιχειρούσε να εξαλείψει τις διακρίσεις εις βάρος των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων, να βάλει κανόνες στη διοίκηση και να περιορίσει την αυθαιρεσία των μουσουλμάνων. Ομως, απ’ ό,τι φαίνεται, οι μεταρρυθμίσεις επηρέασαν θετικά μόνο τα κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 
Στην περιφέρεια, η κατάσταση δεν φαίνεται να παρουσίασε σημαντική βελτίωση.
Οι τοπικές μουσουλμανικές ελίτ, που είχαν συνηθίσει σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο άσκησης της εξουσίας και έβλεπαν τους χριστιανούς συμπολίτες τους ως κατώτερους, δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμες στην υιοθέτηση των νέων κανόνων.
 Η ύπαρξη αυτής της κατάστασης πραγμάτων οδήγησε στο ξέσπασμα μεγάλων επαναστάσεων στην περιφέρεια της Αυτοκρατορίας. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται τα επαναστατικά κινήματα που εκδηλώθηκαν στην Κρήτη και την οθωμανική Μακεδονία.
Παράλληλα, εμφανίστηκε και ο εθνοφυλετισμός σε καταπιεσμένες χριστιανικές εθνότητες, όπως για παράδειγμα οι Βούλγαροι, δημιουργώντας ακόμα πιο σύνθετο σκηνικό, το οποίο συμβάδιζε και με τις νέες κρατικές αντιλήψεις στο νεαρό ελληνικό κράτος που κωδικοποιήθηκαν με τον τίτλο «Μεγάλη Ιδέα». Επίσης, στην Ανατολή υπήρχε το αρμενικό πρόβλημα, ενώ η διάδοση των σοσιαλιστικών απόψεων ριζοσπαστικοποίησε ακόμα περισσότερο τους Αρμένιους διανοούμενους, η κυρίαρχη πολιτική τάση των οποίων θα ενταχθεί αργότερα στη 2η Διεθνή. Ολα αυτά αλληλοσυμπληρούμενα, μαζί με τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων που ακολουθούσαν δικές τους πολιτικές διεύρυνσης της επιρροής τους, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό σκηνικό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Η ιδιομορφία της Κρήτης
Η Κρητική Επανάσταση του 1866 υπήρξε η πρώτη αντίδραση στις ματαιωμένες προσδοκίες που γέννησε το Τανζιμάτ. Παράλληλα, όμως, συνδέθηκαν με την ιδιομορφία της κρητικής κοινωνίας, το διχασμό της σε καταπιεσμένους χριστιανούς και κυρίαρχους μουσουλμάνους και τον τρόπο άσκησης της οθωμανικής κυριαρχίας. 
Ο Robert Pasley περιγράφει το 1837 την ιδιομορφία αυτή: «…ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νησιού δημιουργήθηκε με την αποστασία των χριστιανών κατοίκων και χωρίς τη συρροή ξένων στη χώρα». Ακριβώς γι’ αυτό, οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην Κρήτη μοιράζονται ακριβώς τον ίδιο πολιτισμό, πλην των θρησκευτικών συνηθειών και της θέσης τους στο μηχανισμό εξουσίας και στην οικονομική δομή του νησιού.
Η διαδικασία του εξισλαμισμού ξεκίνησε την επαύριο της οθωμανικής κατάκτησης. Το 1645 αποβιβάστηκαν πρώτη φορά οι Οθωμανοί στο νησί. Το 1669 κατελήφθη ο Χάνδακας, ενώ το 1775 παραδόθηκαν και τα τελευταία φρούρια. Οι πολυάριθμες εκκλησίες μετατράπηκαν άλλες σε τζαμιά και άλλες σε αποθήκες. Οι καμπάνες των εκκλησιών κατέβηκαν και οι ιεροτελεστίες γίνονταν εν κρυπτώ.
Οι χριστιανοί υφίσταντο κάθε είδους εξευτελισμό. Πολλοί απελπίσθηκαν από την τραγική κατάσταση και ασπάστηκαν, επιφανειακά κατά την πρώτη περίοδο, το Ισλάμ. 
Με την έγκριση αρχικά του Πατριάρχη των Ιεροσολύμων περνούν σε μια κρυπτοχριστιανική κατάσταση, για να γίνουν πιστοί του Ισλάμ μερικές γενιές αργότερα. 
Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού εμφανίστηκε και στην Κρήτη. 
Οι εξισλαμισμοί συνεχίστηκαν και το 19ο αιώνα, όπως φαίνεται από τα οθωμανικά έγγραφα που εξέδωσε η Βικελαία Βιβλιοθήκη. 
Τριάντα έτη μετά την άλωση του Χάνδακα, περίπου εξήντα χιλιάδες χριστιανοί είχαν εξισλαμιστεί
Με αυτή τη διαδικασία δημιουργήθηκαν οι «Τούρκοι» της Κρήτης, οι «λινομπάμπακοι», όπως τους αποκαλούσαν οι χριστιανοί, ή «Κρητότουρκοι μπουρμάδες» ή «Μουχαμάδες» ή «ξεκουκούλωτοι», εξαιτίας της περιτομής.
Η πολιορκία της Μονής Αρκαδίου (δημοσιεύτηκε σε αγγλική εφημερίδα) και ένθετη φωτογραφία από την πρώτη προκήρυξη της Επανάστασης το 1866Η πολιορκία της Μονής Αρκαδίου (δημοσιεύτηκε σε αγγλική εφημερίδα)
Ετσι, στην Κρήτη κατοικούσαν πλέον οι Ρωμιοί -οι Ελληνες χριστιανοί ορθόδοξοι-, οι Τούρκοι -οι εξισλαμισμένοι Ελληνες-, καθώς και οι μάλλον ολιγάριθμοι εκπρόσωποι της οθωμανικής εξουσίας, που δεν ήταν ντόπιοι. Μέρος των θεωρούμενων «πραγματικών Τούρκων» -που είχαν έρθει από την υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία- είχαν ποικίλες εθνοτικές προελεύσεις. Απόδειξη αυτής της κατάστασης αποτελεί ο Ρεσίτ πασάς του Ηρακλείου, ο οποίος είχε σημαντικό ρόλο στην καταστολή της Επανάστασης του 1866.
 Ο Ρεσίτ πασάς ανήκε στις μουσουλμανικές ομάδες του Καυκάσου (Αμπχάζιοι, Ατζάριοι, Τσετσένοι, Κιρκάσιοι, Οσετίνοι κ.ά.) ή ήταν Κούρδος. 
Οπότε είναι ακριβέστερος ο όρος «μη Κρητικοί μουσουλμάνοι» από το «πραγματικοί Τούρκοι».
Οι νέες αντιθέσεις
Η ένταξη των εξισλαμισμένων Κρητικών στην κυρίαρχη ομάδα και τα προνόμια που προέκυπταν από την ένταξη αυτή, δημιούργησε ένα χαρακτήρα βίαιο και επιθετικό. 
Ο Pasley, που τους αποκαλεί άλλοτε «Τουρκοκρήτες» και άλλοτε απλώς «Τούρκους», γράφει ότι: «Ο Τούρκος, που είναι συνηθισμένος να φέρεται δεσποτικά στους Ελληνες, είναι αλαζών, ατίθασος και ρέπει προς την ανταρσία…». Περιγράφει επίσης και την πολιτικοοικονομική δομή της οθωμανικής Κρήτης: 
Ο πασάς ορίζεται από την Υψηλή Πύλη, από κάτω του υπάρχει το σώμα των αγάδων, που είναι ντόπιοι και στους οποίους ανήκουν ισοβίως όλες οι γαίες της Κρήτης (σουλτανικής ιδιοκτησίας), για τις οποίες πληρώνουν ένα ποσό που ανανεώνεται από πατέρα σε γιο.
Το σύστημα αυτό στηρίζεται από το σώμα των γενιτσάρων, το οποίο ο Pasley περιγράφει ως εξής:
«Το σώμα των γενιτσάρων αποτελείται από ντόπιους όλων των τάξεων. Είναι άμισθοι και συνήθως κακοί και σκληροί. Αυτοί που έχουν κάνει τα περισσότερα εγκλήματα είναι περιζήτητοι στα συντάγματα και χαίρουν της προστασίας των αρχηγών και των αγάδων, οι οποίοι τους χρησιμοποιούν όταν είναι ανάγκη…
Συνεπώς η εξουσία του πασά είναι μηδαμινή σ’ αυτόν τον τόπο, ενώ οι αγάδες και οι αρχηγοί των σωμάτων προπηλακίζουν όποιον θέλουν χωρίς κανείς να τολμά να παραπονεθεί: οι κακοποιοί τού κάθε σώματος παραδίδονται σε ακρότητες και μπαίνουν στα σπίτια των ραγιάδων και τους μεταχειρίζονται όπως θέλουν. Λεπτομέρειες αυτών που αναφέρονται στην τελευταία πρόταση είδα κατά την παραμονή μου στη Κρήτη και θα μπορούσαν να γεμίσουν έναν τόμο. Ωστόσο, πολλές από αυτές είναι τόσο αισχρές και τρομερές που δεν θα τολμούσα να περιγράψω. Πρόκειται για φοβερούς συνδυασμούς πόθου και σκληρότητας που κανένας δεν θα φανταζόταν ότι υπάρχουν στην ανθρώπινη φύση, ακόμα και στην πιο άγρια και υποβαθμισμένη της κατάσταση».
Αυτή ακριβώς ήταν η κοινωνική βάση που οδήγησε στις επανειλημμένες εξεγέρσεις, του 1770, του 1821, του 1866, που καταπνίγηκαν στο αίμα. Εως ότου η τελευταία, του 1897, δρομολόγησε τέτοιες πολιτικές εξελίξεις, που 16 χρόνια αργότερα θα επιτρέψουν να υλοποιηθεί το αίτημα των Κρητών επαναστατών για ένωση με το ελληνικό έθνος-κράτος.
* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός,https://kars1918.wordpress.com/
πρώτη προκήρυξη -επανάσταση 1866 1
H πρώτη προκήρυξη των επαναστατών απευθύνεται προς ‘Οθωμανούς και χριστιανούς» και καλεί σε κοινό αγώνα για την εφαρμογή των  ανθρωπιστικών αξιών

Γεωπολιτική και διπλωματία κατά την επανάσταση του 1866


Η Κρήτη, λόγω γεωγραφικής θέσης, κατέχει δεσπόζουσα στρατηγική θέση· κομβικό σημείο στη θαλάσσια οδό προς τη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις του 19ου αιώνα (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) κατανοούσαν τη στρατηγική σπουδαιότητα της Μεγαλονήσου αλλά και τη ραγδαία αποδυνάμωση του «Μεγάλου Ασθενούς», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Το Αρκάδι μετά την πτώση (εφημ. «Πατρίς»)Το Αρκάδι μετά την πτώση (εφημ. «Πατρίς»)
Ωστόσο, η ισορροπία δυνάμεων δεν επέτρεπε την κατοχή της Κρήτης από οποιαδήποτε εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Κάθε σκέψη για ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ήταν απαγορευτική, διότι συνεπαγόταν την αναβάθμιση της Ελλάδας στη νοτιανατολική Ευρώπη. Η Επανάσταση του 1821 είχε αναδείξει ένα νέο, δυναμικό και φιλόδοξο έθνος, με μακρά παράδοση, το οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη και ναυτικό κράτος εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή.
Στην εξίσωση όμως εισέρχονταν τρεις παράγοντες που περιέπλεκαν την κατάσταση: ο πόθος των Κρητών για ένωση με την Ελλάδα, η αμέριστη συμπαράσταση του Ελληνισμού στο σκοπό αυτό και η παρουσία μουσουλμανικής μειονότητας στη Μεγαλόνησο που εναντιωνόταν στην Ενωση. Τηρουμένων των αναλογιών, το Κρητικό Ζήτημα του 19ου αιώνα θα μπορούσε να συγκριθεί με το Κυπριακό Ζήτημα που εξακολουθεί να ταλανίζει τον Ελληνισμό ώς σήμερα.
Φαινομενικά, το 1866, στη Μεγαλόνησο επικρατούσε ησυχία, εν αναμονή της εφαρμογής των όρων του σουλτανικού φιρμανιού Χατί Χουμαγιούν του 1858, μια σειρά φορολογικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων και παραχωρήσεων προς τον χριστιανικό πληθυσμό, που όμως η σουλτανική κυβέρνηση δεν εφάρμοσε ποτέ.
Ξεσπά η επανάσταση
Ζυμώσεις για νέα επανάσταση ξεκίνησαν στην ηγεσία των χριστιανών της Κρήτης. Δημιουργήθηκε δίκτυο επαφών με τους εξόριστους Κρητικούς στην Αθήνα. Παράλληλα, οι επαναστατικές πρωτοβουλίες των Κρητικών λάμβαναν θερμή ενθάρρυνση από την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου.
Τον Μάιο του 1866 ξέσπασε η επανάσταση. Με υπόμνημά τους προς τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις οι επαναστάτες πρότειναν ένα ευρύ φάσμα πιθανών λύσεων, από την παραμονή υπό διαλλακτικότερη οθωμανική κυριαρχία ώς μια εγγυημένη από τις ξένες Μεγάλες Δυνάμεις αυτονομία και την πλήρη ένωση με την Ελλάδα. Η αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων στο υπόμνημα υπήρξε η απόλυτη σιωπή, ενώ η Υψηλή Πύλη αποφάσιζε να καταπνίξει την κρητική εξέγερση.
Η Ελλάδα του 1860 δεν ήταν ισχυρή στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά ώστε να αναμετρηθεί επί ίσοις όροις με τους Τούρκους. Επιπρόσθετα, η ελληνική κυβέρνηση Βούλγαρη-Δεληγιώργη δεχόταν πιέσεις από τις Μεγάλες Δυνάμεις να μην αναμειχθεί ενεργότερα υπέρ των εξεγερμένων Κρητών.
Ο νέος βασιλιάς Γεώργιος Α’ είχε προσδεθεί στο άρμα των Μεγάλων Δυνάμεων. Η επίσημη Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί μόνο διπλωματικά (π.χ. υπόμνημα Δεληγιώργη προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και απόπειρα σύναψης ελληνοσερβικής συμμαχίας από τον μετέπειτα πρωθυπουργό Κουμουνδούρο). Ωστόσο, το λαϊκό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν αταλάντευτα με το μέρος των Κρητών αδελφών τους, το οποίο εκφραζόταν με συλλαλητήρια υπέρ των Κρητών.
Παρά την αδιάλλακτη στάση του Παλατιού και του Βούλγαρη, ο Δεληγιώργης ανέλαβε πρωτοβουλίες για τον καλύτερο συντονισμό της επανάστασης. Με υπόδειξή του συγκροτήθηκαν δύο αρχηγεία, το ένα στις ανατολικές επαρχίες και το άλλο στις δυτικές.
Επανέφερε το θέμα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, εκμεταλλευόμενος τον αναβρασμό που επικρατούσε μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων. Στόχευε στη διπλωματική ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων, που θα έσπευδαν να αποσοβήσουν την εξάπλωση της επανάστασης στα Βαλκάνια, φοβούμενες την ανεξέλεγκτη ανακίνηση του Ανατολικού Ζητήματος. Η τακτική αυτή ήταν ορθή, αλλά προσέκρουσε στην άρνηση του Γεωργίου Α’, οποίος, σε αντίθεση με τον Οθωνα που συνηγορούσε υπέρ μιας ενεργητικής/επιθετικής πολιτικής, υποστήριζε την εφαρμογή μιας «σώφρονος» πολιτικής, εναρμονισμένης με τις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
Εθελοντικά σώματα Ελλήνων στρατιωτικών και Κρητικών αποβιβάστηκαν στην Κρήτη για να ενισχύσουν τον Αγώνα. Μεταξύ των ηγετών της επανάστασης του 1866 ξεχωρίζουν οι Ιωάννης Ζυμβρακάκης, Παναγιώτης Κορωναίος και ο καπετάν-Κόρακας.
Παρά τις πρώτες νίκες των επαναστατών, ο καλύτερα οργανωμένος και πολυπληθέστερος οθωμανικός στρατός (45.000 στρατιώτες έναντι 20.000 επαναστατών), ενισχυμένος από τον στόλο που επέβαλε τον ναυτικό αποκλεισμό της Μεγαλονήσου, επικράτησε στρατιωτικά. Ελληνικά πλοία διέσπασαν αρκετές φορές τον κλοιό, αλλά αυτό δεν έφτανε.
Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλιμακώθηκαν επικίνδυνα. Με τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση Βούλγαρη στις 29 Νοεμβρίου 1868, η οθωμανική κυβέρνηση απαιτούσε, μεταξύ άλλων, τη διάλυση των εθελοντικών σωμάτων, τον αφοπλισμό των ελληνικών πλοίων που μετέφεραν πολεμοφόδια στην Κρήτη και την τιμωρία όσων ευθύνονται για το θάνατο Τούρκων στρατιωτών.
Η Αθήνα απέρριψε το τελεσίγραφο και οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών διεκόπησαν. Οι εξελίξεις θορύβησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις. Στις 2 Ιανουαρίου ο Ναπολέων Γ’ συγκάλεσε έκτακτη συνδιάσκεψη στο Παρίσι.
Η συνδιάσκεψη του Παρισιού
Στη συνδιάσκεψη συμμετείχαν η Αυστρία, η Βρετανία, η Γαλλία, η Πρωσία, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αρχικά, η Ελλάδα αποκλείστηκε από τη συνδιάσκεψη -η επίσημη εξήγηση ήταν ότι δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο τα κράτη που είχαν υπογράψει τη συνθήκη του Παρισίου το 1856. Κατόπιν, με ρωσική παρέμβαση, η Ελλάδα προσκλήθηκε με συμβουλευτική ψήφο, αλλά η κυβέρνηση Βούλγαρη αρνήθηκε να συμμετάσχει στη συνδιάσκεψη, διότι θεωρούσε ότι θα μειονεκτούσε σε σχέση με την οθωμανική αντιπροσωπεία.
Στις 8 Ιανουαρίου 1869, ανακοινώθηκαν οι αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Παρισίου:
α) απαγόρευση της συγκρότησης άτακτων σωμάτων στο ελληνικό έδαφος για τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,
β) απαγόρευση εξοπλισμού σε ελληνικά λιμάνια πλοίων που θα εφοδίαζαν εξεγέρσεις σε οθωμανικά εδάφη,
γ) διευκόλυνση επιστροφής στην Κρήτη όσων προσφυγικών οικογενειών το επιθυμούσαν,
δ) αποζημίωση όσων Οθωμανών υπηκόων ζημιώθηκαν κατά την εξέγερση.
Η αποδοχή των αποφάσεων της Συνδιάσκεψης από την Ελλάδα έπρεπε να γίνει σε μία εβδομάδα. Οι όροι αυτοί επέβαλλαν ουσιαστικά τη λήξη της Κρητικής Επανάστασης.
Τα νέα από το Παρίσι προκάλεσαν πολιτική κρίση στην Ελλάδα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις πίεσαν τον Γεώργιο να αποδεχθεί τις αποφάσεις τους. Ωστόσο, ο νεαρός βασιλιάς φοβήθηκε ότι μια τέτοια πράξη θα είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του, όπως είχε συμβεί με τον Οθωνα. Πανικόβλητος εξαιτίας της λαϊκής οργής ο Βούλγαρης παραιτήθηκε. Τελικά, έπειτα από πολλές απόπειρες, στις 24 Ιανουαρίου σχηματίστηκε κυβέρνηση από τον Ζαΐμη και την επομένη η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε τα αποτελέσματα της Συνδιάσκεψης. Στις 6 Φεβρουαρίου αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Παρά τις ηρωικές θυσίες του κρητικού λαού και τον ολομέτωπο αγώνα για τρία ολόκληρα χρόνια η Επανάσταση απέτυχε. Το Κρητικό Ζήτημα παρέμεινε ένα ενεργό ηφαίστειο, το οποίο εξερράγη τρίτη και τελευταία φορά το 1897.
(*) ιστορικός, διευθυντής Εκδόσεων Historical Quest, www.historical-quest.com
πρώτη προκήρυξη
Advertisements
REPORT THIS AD
Advertisements
REPORT THIS AD

7 Σχόλια

  1. H περίοδος της Ενετοκρατίας στην Κρήτη – οι κρητικές επαναστάσεις
    Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, το νησί παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο Μομφερατικό, ηγετικό παράγοντα της Δ΄ σταυροφορίας. Ενώ του είχαν εγγυηθεί ότι θα είναι ο νέος αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κων/πολης, τελικά πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας εκλέγεται ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας. Ο Βονιφάτιος εξοργίζεται και για να τον εξευμενίσουν του δίνουν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, όπως και περιοχές της Κρήτης. Το 1206 ο γενουάτης Ερρίκος Πεσκατόρε καταλαμβάνει την Κρήτη. Ο Βονιφάτιος φρόντισε να πουλήσει τα δικαιώματα του στο νησί στους Βενετούς που έγκαιρα είχαν αναγνωρίσει τη στρατηγική σημασία του νησιού,για 1000 ασημένια μάρκα. Ακολούθησε σκληρότατος πόλεμος μεταξύ Ενετών-Γενουατών που κράτησε πέντε χρόνια και τελείωσε το 1211 με την οριστική επικράτηση των Ενετών. Έτσι ξεκινά μια περίοδος 450 ετών Ενετοκρατίας και 700 ετών ξενοκρατίας.
    Οι Ενετοί για να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στο νησί, στέλνουν εποίκους τρεις φορές το 1212, 1223 και το 1252. Το 1252 οι Βενετοί καταφέρνουν να επιβληθούν οριστικά και στην περιοχή των Χανίων. Συνολικά τον πρώτο αιώνα της ενετοκρατίας εγκαταστάθηκαν στο νησί 10.000 έποικοι, περίπου το 1/6 του συνολικού πληθυσμού. Το ονομάζουν Regno di Candia, και το χωρίζουν σε τέσσερα διαμερίσματα: Χάνδακα, Ρεθύμνου, Χανιών και Σητείας. Την ανώτερη διοίκηση είχε ο Δούκας της Κρήτης, που εκλεγόταν για δυο χρόνια από την σύνοδο των Βενετών ευγενών. Οργάνωσαν τη διοίκηση με τοπικούς διοικητές κάθε επαρχίας, δικαστές και αστυνόμους. Αρχικά τα δημόσια αξιώματα καταλαμβάνονταν μόνο από Βενετούς, Πρωτεύουσα και διοικητικό κέντρο ήταν ο Χάνδακας όπου έδρευε και ο Καθολικός αρχιεπίσκοπος. Οι ντόπιοι χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν μπορούσαν να έχουν αρχιερείς παρά μόνο απλούς παπάδες.
    Η κοινωνική διαστρωμάτωση της βενετοκρατούμενης Κρήτης χαρακτηριζόταν από απόλυτη ταξικότητα. Στην ανώτατη κορυφή ήταν οι Βενετοί ευγενείς και φεουδάρχες (nobili veneti, feudati). Στα έγγραφα αναφέρονται «ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι αφέντες». Οι ευγενείς ήταν καθολικοί, άποικοι ή απόγονοι αποίκων και είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Οι τίτλοι ευγένειας ήταν κληρονομικοί. Στους πρώτους αιώνες της ενετοκρατίας οι ευγενείς κατείχαν τα μεγαλύτερα φέουδα. Απ’ το 16ο αι. το φεουδαρχικό σύστημα είχα αρχίσει να παρακμάζει. Τα φέουδα είχαν καταμεριστεί, είχαν μεταβιβαστεί σε τρίτους και σημαντικές εκτάσεις είχαν αποχερσωθεί. Έτσι πολλοί από τους παλιούς ευγενείς με τα μεγάλα φέουδα έχασαν και τους τίτλους ευγενείας που είχαν πάψει να έχουν την αρχική τους σημασία και δεν αποτελούσαν πια παρά αντικείμενο συναλλαγών. Μοναδική περίπτωση ντόπιου ευγενή με ισότιμα με τους Βενετούς δικαιώματα ήταν ο Αλέξιος Καλλέργης και οι απόγονοί του.
    Κατώτεροι ήταν οι Κρητικοί ευγενείς (nobili cretensi), αλλά και κάποιο Βενετοί που είχαν απωλέσει τα αξιώματά τους. Η κρητική ευγένεια δινόταν με διάταγμα του δόγη σε αντάλλαγμα στρατιωτικών, πολιτικών ή και χρηματικών υπηρεσιών. Η ευγένεια αυτή (nobilitas cretensis), που ήταν υποδεέστερη της ενετικής και είχε τοπική αξία, παραχωρήθηκε και σε πολλούς απόγονους της παλαιάς ελληνικής αριστοκρατίας, τους αρχοντορωμαίους, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση που έχει άλλωστε ιστορική βάση, είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη και κατάγονταν από τα «δώδεκα αρχοντόπουλα» του Βυζαντίου. Όσοι Βενετοί ανήκαν σε αυτήν την τάξη, σταδιακά εξελληνίστηκαν, όπως τα μέλη της οικογένειας Μπραγκαντίν, που άλλαξαν το επώνυμό τους σε Μπεργαδής.
    Οι κάτοικοι των πόλεων, όσοι δεν ήταν ευγενείς, ονομάζονταν πολίτες ή αστοί (cittadini , burgenses). Η τάξη αυτή απαρτίζονταν από δημόσιους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες.
    Στην κατώτερη κοινωνική βαθμίδα ανήκε ο λαός των πόλεων και της υπαίθρου (plebe , populari ή populani , villani ή contadini). Οι χωρικοί διακρίνονταν σε άγραφους (agrafi), απελεύθερους(franchi) και σε παροίκους (villani parici), που δούλευαν στα κτήματα του δημοσίου ή των ιδιωτών. Οι χωρικοί κατέβαλλαν φόρους (ακρόσιχο, καπνικό) και ήταν υποχρεωμένοι σε αγγαρείες και κανίσκια. Αντίθετα οι «τσιταδίνοι» ήταν απαλλαγμένοι από αγγαρείες. Είχαν την υποχρέωση στρατιωτικής θητείας, την καταβολή μικρού φόρου και της παροχής στέγης στους ξένους μισθοφόρους που υπηρετούσαν στην Κρήτη. Η πιο βαριά αγγαρεία ήταν στις γαλέρες. Πολλές φορές σε όσους έπεφτε αυτή η αγγαρεία αναγκάζονταν για να την αποφύγουν να τρέπονται σε φυγή στα βουνά ή να πουλούν τα υπάρχοντά τους για να πληρώσουν αντικαταστάτες, τους λεγόμενους «αντισκάρους». Οι περισσότεροι Κρητικοί ανήκαν στην τάξη των πάροικων.
    Ξεχωριστή ομάδα πληθυσμού ήταν η μειονότητα των Εβραίων. Τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας ήταν κυρίως έμποροι και τοκογλύφοι και απέδιδαν υψηλούς φόρους στο δημόσιο και αναγκαστικά δάνεια, κυρίως σε περιόδους στρατιωτικών αναγκών.
    Οι κρητικές επαναστάσεις
    Στους δυο πρώτους αιώνες της ενετοκρατίας αναφέρονται 27 επαναστάσεις και πολλά μικρότερα κινήματα, γεγονός που δείχνει την δυναμική αντίδραση των Κρητών στη βενετική παρουσία.
    Το 1283 άρχισε στην Κρήτη η μεγαλύτερη επανάσταση της κρητικής αριστοκρατίας εναντίον των Ενετών, με αρχηγό τον ισχυρό άρχοντα του Μυλοποτάμου Αλέξιο Καλλέργη. Ο Καλλέργης, ίσως είχε κάνει επαφές και με την Πόλη και συγκεκριμένα το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, ο οποίος ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα και να αποτρέψει τους Βενετούς από το να συμπράξουν με τον Κάρολο Α΄ της Σικελίας. Ο ισχυρός Κρητικός άνδρας απαίτησε από τους Ενετούς να του παραχωρήσουν ευρύτατα προνόμια και να του αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία του. Ήξερε πολύ καλά ότι και η ανεξαρτησία της Κρήτης ήταν αδύνατη αλλά και η ένωσή της με το Βυζάντιο επίσης δύσκολη. Εξασφάλισε την υποστήριξη πολλών αρχοντικών οικογενειών, των παροίκων και του κλήρου και ξεκίνησε το σύστημα μικροπολέμου (guerilla), με το οποίο καταπονούσε και εξαντλούσε τις ενετικές δυνάμεις. Πολύ γρήγορα έγινε κύριος της Δυτικής Κρήτης. Επί δέκα χρόνια ακολούθησε την ίδια τακτική.
    Η κατάσταση περιπλέχτηκε όταν επενέβησαν και οι Γενοβέζοι που πυρπόλησαν τα Χανιά και επιδίωξαν να καταλάβουν τη δυτική Κρήτη, Ζήτησαν τη βοήθεια του Καλλέργη και οι Γενουάτες και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’. Ο Καλλέργης αποφάσισε ότι ήταν η στιγμή να αποσπάσει ό,τι επιθυμούσε από τους Ενετούς. Έτσι στράφηκε στην κατεύθυνση των συνθηκολογήσεων που κατέληξαν στη συμφωνία του Απριλίου του 1298. Με αυτήν η Βενετία αναγνώριζε την ηγεμονική θέση του Καλλέργη στον οποίο δόθηκαν σημαντικό οικονομικά, πολιτικά αλλά και θρησκευτικά προνόμια σε αντάλλαγμα του όρκου πίστης και υπακοής στη Βενετική Πολιτεία.
    Μικρότερες επαναστάσεις εξακολουθούσαν να γίνονται και στα επόμενα χρόνια.
    Μια άλλη σημαντική επανάσταση που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί συμμετείχαν και οι ίδιοι οι Βενετοί της Κρήτης ήταν η λεγόμενη αποστασία του Αγίου Τίτου (1383). Οι Bενετοί αυτοί, που οι περισσότεροι δεν είχαν επισκεφτεί ποτέ την Βενετία, ήταν δυσαρεστημένοι και ασφυκτιούσαν από το βαρύ φορολογικό καθεστώς που τους επέβαλε η βενετική διοίκηση. Δύο βενετικές οικογένειες (Gradonico και Venier) δυσαρεστημένοι από την αβάστακτη φορολογία ενώθηκαν με τους Καλλέργηδες, κατέλυσαν τη βενετική κυριαρχία και ίδρυσαν αυτόνομη και ανεξάρτητη δημοκρατία υπό την αιγίδα του Αγίου Τίτου, πολιούχου του νησιού. Για να κερδίσουν την υποστήριξη των ντόπιων χριστιανών, υποσχέθηκαν την ισοτιμία της Ορθόδοξης με την Καθολική εκκλησία.
    Η επανάσταση πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις σε όλο το νησί. Δούκας εξελέγης ο Μάρκος Γραδόνικος. Η στάση των δύο βενετικών οικογενειών χαρακτηρίστηκε προδοσία από τη Βενετία. Οργανώθηκε η αποστολή στην Κρήτη ενός μεγάλου βενετικού στόλου. Το 1364 οι Ενετοί κατέλαβαν τον Χάνδακα. Οι βενετοί επαναστάτες αντιμετωπίστηκαν σκληρά και αποκεφαλίστηκαν. Οι Καλλέργηδες προσπάθησαν να συνεχίσουν την επανάσταση. Το 1367, εξαλείφτηκαν και οι τελευταίες εστίες αντίστασης, μετά από προδοσία, στα Σφακιά.
    Το 16ο αι. τα κινήματα στην Κρήτη έχουν έντονο «αγροτικό» χαρακτήρα. Το φεουδαρχικό σύστημα έχει παρακμάσει και ωθούμενοι από τις βιοτικές τους ανάγκες προχωρούν σε διάφορες κινητοποιήσεις απαιτώντας ικανοποίηση διαφόρων πρακτικών αιτημάτων(διεκδίκηση γης και ελευθεριών, μείωση ή κατάργηση αγγαρειών κ.λπ.). Οι άρχοντες είχαν διατηρήσει τα μεγάλα γονικά κτήματά τους και οι εξεγέρσεις τους αποσκοπούσαν στην κατοχύρωση κτημάτων που τους είχε δωρίσει το κράτος. Οι Κρητικοί γενικά ταυτίζονταν με τους πληθυσμούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εθνική συνείδηση, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, δεν υπάρχει ακόμα επί Ενετοκρατίας, απλά ο Κρητικός ταυτίζει την αυτοκρατορία με την ορθοδοξία. Το χριστιανικό θρησκευτικό αίσθημα του Κρητικού βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο με το ξένο, ετερόδοξο καθολικό και αυτή η διαφορά αρχίζει να θέτει της βάσεις της εθνικής συνείδησης.
    Το επαναστατικό πνεύμα που αναπτύχθηκε στην Κρήτη ερμηνεύεται από τις αυτονομιστικές τάσεις των βυζαντινών γαιοκτημόνων (οι οποίοι εκπροσωπούν στη Κρήτη τα «δώδεκα βυζαντινά αρχοντόπουλα» του «κυρ Φωκά» οι οποίοι θεωρούσαν, ακόμα και μετά την άλωση της Πόλης ότι είχαν συγγενικούς δεσμούς με τους αυτοκράτορες) και την αντίστοιχη υπακοή των εργατών γης στους άρχοντές τους, από την υπακοή των Κρητικών στον κλήρο (αφού αυτός ταυτίζεται με το Πατριαρχείο και την Πόλη), από τον αντιστασιακό πνεύμα όλων των στρωμάτων του Κρητικού πληθυσμού και από τη μορφολογία του Κρητικού εδάφους, που διευκολύνει αντίσταση και πολεμικές ενέργειες. Έτσι στην Κρήτη η αντίδραση και η αντίσταση στη Βενετική κατοχή είναι ισχυρή.
    Η ίδια η Κρητική εκκλησία, μέχρι και την πτώση του Βυζαντίου, εξακολουθούσε να θεωρεί ως μόνους νόμιμους ηγεμόνες τους βυζαντινούς αυτοκράτορες («επί της βασιλείας των ορθοδόξων και φιλοχρίστων ημών βασιλέων»).
    Το θρησκευτικό συναίσθημα δημιουργεί τις βάσεις της νέας εθνικής συνείδησης των Κρητικών. Γι΄ αυτό η Κρήτη αισθάνεται ότι είναι υποχρεωμένη να λάβει μέρος στην τελευταία υπεράσπιση της Πόλης. Συγκεκριμένα στρατιωτικό σώμα Κρητών τοξοτών θα σταλεί για βοηθήσει κατά την πολιορκία της Πόλης από τους Τούρκους (1453). Σήμερα η εκκλησία της Κρήτης είναι σε καθεστώς ημιαυτονομίας, διατηρώντας κανονική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
    πληθυσμός – ασχολίες
    Ο πληθυσμός της Κρήτης επί Ενετοκρατίας ήταν περίπου 200.000 κάτοικοι. Συγκεκριμένα το 1510 είχε 300.000, το 1534 είχε 175.268, το 1571 παρουσιάζεται με 160.000. το 1575 έχει 1070 χωριά και 219.000 κατοίκους και το 1577 έχει 183.798. Το 1627, 1639, και 1644 το νησί καταγράφεται με 192.725, 254.00 και 287.165 κατοίκους αντίστοιχα. Στα χωριά κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες ενώ στις πόλεις Ενετοί φεουδάρχες, Ιταλοί έμποροι και Εβραίοι.
    Η πτώση της Κωνσταντινούπολης, ο αυξανόμενος ολοένα τουρκικός κίνδυνος, η μακροχρόνια συμβίωση και οι επαφές με τη Βενετία, δημιουργούν τις προυποθέσεις για τη προσέγγιση των δύο λαών. Οι Βενετοί από το πρώτο μισό του 16ου αιώνα κυρίως και μετά κάνουν συνεχείς ενέργειες για να έχουν καλές σχέσεις με τους ντόπιους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον τη Βενετία ως σύμμαχο στην τουρκική απειλή.
    Η καλλιέργεγεια της ελιάς είναι αρχικά μικρή, όμως στα χρόνια της Ενετοκρατίας επεκτείνεται. Υπάρχει σημαντική παραγωγή τυριού, μεταξιού, μελιού και κυρίως κρασιού. Δυστυχώς μεγάλο μερος των δασών καταστρέφεται για την εξασφάλιση ναυπηγικής ξυλείας. Οι Βενετοί επισκευάζουν και οχυρώνουν τις πόλεις και άλλες σημαντικές θέσεις της Κρήτης. Ο κρητικός λαός δοκιμάζεται κι από ισχυρούς σεισμούς με πολλά θύματα, φοβερές επιδημίες-αρρώστιες, αλλά και αρκετές πειρατικές επιδρομές. Ήδη από το 1570-1571 μετά την κατάληψη της Κυπρου ήταν φανερό πως οι Τούρκοι θα έχουν σαν επόμενο στόχο την Κρήτη.
  2. Κρητικές επαναστάσεις
    «Εκτελεστικόν Κυβέρνησις της Κρήτης κατά την Επανάστασιν 1897», επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι.
    «Εκτελεστικόν Κυβέρνησις της Κρήτης κατά την Επανάστασιν 1897», επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι.
    Οι Κρητικοί μετά την επιστροφή της Κρήτης από την ιδιοκτησία της Αιγύπτου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εξεγείρονταν συνεχώς με εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα. Το 1841 ξέσπασε το Κίνημα του Χαιρέτη και το 1858 το Κίνημα του Μαυρογένη, με το οποίο οι Κρήτες πέτυχαν να κατέχουν ελεύθερα όπλα, να ασκούν τη λατρεία και να γίνεται σεβαστή η θρησκεία τους, καθώς και τη σύσταση Χριστιανικών Δημογεροντιών που είχαν αρμοδιότητα σε θέματα παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας, κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου, και ακολούθησε η επανάσταση του 1866-1869. Η επανάσταση του 1877-1878, έφερε την Σύμβαση της Χαλέπας. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Κρήτη αποχωριζόταν από την λοιπή Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα διοικούνταν από τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και της παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων και η σύσταση Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων και η έκδοση εφημερίδων καθώς και να αστυνομεύεται μόνο από Κρητικούς.
    Το 1889 η Οθωμανική Αυτοκρατορία περιόρισε σημαντικά τα προνόμια των Κρητών μετά την επανάσταση που ξέσπασε με πρωτοβουλία των ηγετών του συντηρητικού κόμματος (καραβανάδων) και ανέθεσε στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης θέτοντας τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών που στρατολογήθηκαν στην Μακεδονία. Η επανάσταση του 1889 καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1895 ξέσπασε νέα επανάσταση αλλά οι σφαγές των Οθωμανών δεν σταμάτησαν και στις 11 Μαΐου 1896 ο χριστιανικός πληθυσμός των Χανίων, ο οποίος αποτελούσε μειονότητα στην πόλη, υπέστη μεγάλη σφαγή, όπως και τον επόμενο χρόνο 1897, οπότε και πυρπολήθηκαν και τα κοινοτικά καταστήματα απέναντι από τον καθεδρικό ναό, που περιλάμβαναν το επισκοπικό μέγαρο και το παρθεναγωγείο. Η αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στο νησί οδήγησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κατά τον οποίο τα οθωμανικά στρατεύματα νίκησαν κατά κράτος τα αντίστοιχα ελληνικά στο Θεσσαλικό μέτωπο.
    Η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων
    Οι Μεγάλες Δυνάμεις, που πάντοτε ενδιαφέρονταν για την Κρήτη λόγω της στρατηγικής της σημασίας και από καιρό είχαν συγκεντρώσει τους στόλους τους γύρω από το νησί, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1896 να προχωρήσουν σε οριστική λύση του κρητικού ζητήματος, με τη διεθνή κατοχή του νησιού και την ανακήρυξή του σε αυτόνομη Πολιτεία, ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1897 ελληνικά στρατεύματα με δύναμη 1.500 αντρών και διοικητή τον υπασπιστή του βασιλιά Tιμολέοντα Bάσσο αποβιβάστηκαν εκεί για να την ελευθερώσουν και να την ενώσουν με την Ελλάδα. Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις όμως παρενέβησαν αποβιβάζοντας κι αυτές δυνάμεις για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Στις 18 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός στόλος αποσύρθηκε και ο Ελληνικός στρατός υποχώρησε στην ξηρά και κατευθύνθηκε βόρεια προς την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στις 20 Μαρτίου του ίδιου χρόνου οι Μεγάλες Δυνάμεις χώρισαν το νησί σε διεθνείς τομείς, ενώ τα Χανιά και η γύρω περιοχή της πρωτεύουσας έγιναν πολυεθνικός τομέας. Οι Άγγλοι διοικούσαν το νομό Ηρακλείου, οι Ρώσοι το νόμο Ρεθύμνου, οι Γάλλοι το νομό Λασιθίου και οι Ιταλοί τους νομούς Χανίων και Σφακιών.
    Στις 25 Αυγούστου 1897, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έστειλε διακοίνωση στον αρχηγό του ευρωπαϊκού στόλου, αναφέροντας ότι η μόνη σωστή λύση του Κρητικού ζητήματος θα ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αφού όμως η Ελλάδα απέσυρε τη στρατιωτική δύναμη που είχε στο νησί, αναγνωρίζοντας την αυτονομία του, θα έπρεπε και η Κρήτη, για να μην φέρει σε δύσκολη θέση την Αθήνα, να δεχθεί ως προσωρινή λύση την αυτονομία, εναποθέτοντας τις ελπίδες για οριστική λύση στις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Οθωμανοί πρότειναν να γίνει ανταλλαγή της Κρήτης με τη Θεσσαλία που την κατείχε ο στρατός τους. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε εμπαιγμός και για τους Κρητικούς και για τις Μεγάλες Δυνάμεις.
    Μετά τον πόλεμο του 1897 η Ελλάδα υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Κατόπιν οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεκίνησαν τη διαδικασία διακανονισμού του Κρητικού ζητήματος, που όμως τραβούσε μακριά. Προτάθηκαν για τη θέση του Γενικού Διοικητή του νησιού οι Δροζ, Σέφερ, ο Μαυροβούνιος Πέτροβιτς Μπόζα, ο πρίγκιπας Βάττεμβεργ ενώ οι Τούρκοι ήθελαν γι’ αυτή τη θέση τον Ανθόπουλο πασά. Η Ρωσία υπέδειξε τον γιό του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄, τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος και επελέγη τελικά. Στις 21 Ιανουαρίου 1898, η κρητική συνέλευση, μέσα σε ζητωκραυγές ενέκρινε πρόταση του Βενιζέλου να κάνει το προεδρείο της τα αναγκαία διαβήματα. Η Γερμανία και η Αυστρία, επειδή δεν ήθελαν να φανεί ότι αντιτίθενται στις τουρκικές απαιτήσεις, αποχώρησαν από τον συνασπισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο οποίος έγινε πλέον τετραμελής. Ο Γενικός Διοικητής θα αναγνώριζε την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, θα εφάρμοζε αναλογική συμμετοχή του ελληνικού και του τουρκικού στοιχείου στη διοίκηση του νησιού.
    Εκλέχθηκε μια εκτελεστική επιτροπή, με τη συμμετοχή του Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη κυβέρνησης και είχε τις επαφές με τους Ευρωπαίους ναυάρχους. Άρχισε να εφαρμόζει το προσωρινό πολίτευμα, αλλά οι μουσουλμάνοι, υποκινούμενοι από την οθωμανική διοίκηση, ξεσηκώθηκαν. Οι χριστιανοί της Κρήτης άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας. Οι μουσουλμάνοι του νησιού κλείστηκαν στις πόλεις και την ύπαιθρο έλεγχαν οι χριστιανοί επαναστάτες. Οι σφαγές των μουσουλμάνων της Σητείας και του Σέλινου καθώς και η σφαγή των χριστιανών του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898 που έκαναν οι μουσουλμάνοι, ώθησε στην αποχώρηση των Οθωμανών από το νησί, στη δημιουργία της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και στην εκλογή του πρίγκιπα Γεωργίου ως ύπατου αρμοστή της Κρήτης.
    Ο Γεώργιος στην Κρήτη
    Η άφιξη του πρίγκηπα Γεώργιου στην Σούδα.
    Η άφιξη του πρίγκηπα Γεώργιου στην Σούδα.
    Ο πρίγκιπας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής Κρήτης με τριετή θητεία. Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 έφθασε στη Σούδα με τη ρωσική ναυαρχίδα «Νικόλαος Α΄», συνοδευόμενη και από πλοία των άλλων Δυνάμεων, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Τον υποδέχονταν στη Σούδα οι ναύαρχοι Ποττιέ, Νόελ, Σκρύδλωφ και Μπέτολλο κι ο ενθουσιώδης κρητικός λαός. Ο πρόεδρος του συμβουλίου των ναυάρχων Γάλλος Ποττιέ του παρέδωσε επίσημα στο Διοικητήριο Χανίων τη διοίκηση της Κρήτης, ενώ τα ευρωπαϊκά πολεμικά, έξω από το λιμάνι, χαιρέτιζαν με κανονιοβολισμούς την ύψωση της κρητικής σημαίας.
    Σε σύντομο διάστημα ο Γεώργιος ανέθεσε σε επιτροπή από 16 μέλη (12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους), με πρόεδρο τον Ιωάννη Σφακιανάκη, τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος που θα ενέκρινε η Κρητική Συνέλευση, η οποία συγκροτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1899, ενώ ταυτόχρονα προκηρύχτηκαν για τις 24 του ίδιου μήνα εκλογές των πληρεξουσίων. Στις 8 Φεβρουαρίου έγινε η πρώτη συνεδρίαση της Κρητικής Συνελεύσεως που αποτελέστηκε από 138 χριστιανούς και 50 μουσουλμάνους. Η Συνέλευση, με πρόεδρο τον Σφακιανάκη, ψήφισε το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας. Μετά την επικύρωσή του από τον Ύπατο Αρμοστή και την έγκρισή του, με ελάχιστες μεταβολές, από τις Μεγάλες Δυνάμεις, το Σύνταγμα δημοσιεύτηκε στις 16 Απριλίου 1899 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
    Στις 27 Απριλίου 1899, ο Ύπατος Αρμοστής όρισε Συμβούλιο του Ηγεμόνα (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς συνιστώμενη από πέντε Ανώτερες Διευθύνσεις, αντίστοιχες με τα σημερινά Υπουργεία. Οι σύμβουλοι με τις διευθύνσεις τους ήταν: Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών, Νικόλαος Γιαμαλάκης της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλιανάκης της Δημοσίας Ασφαλείας. Από τους αρχηγούς δεν συμμετείχε στο συμβούλιο μόνο ο Ιωάννης Σφακιανάκης, επειδή υπέβαλε στον Αρμοστή ένα σχέδιο για το οριστικό πολίτευμα του νησιού, αλλά ο Γεώργιος δεν το ενέκρινε.
    Ο Κωνσταντίνος Φούμης, Σύμβουλος των Οικονομικών.
    Ο Κωνσταντίνος Φούμης, Σύμβουλος των Οικονομικών.
    Το συμβούλιο ξεκίνησε την προσπάθεια να οργανώσει κράτος. Στις 18 Μαΐου, ο Βενιζέλος υπέβαλε πλήρη δικαστική νομοθεσία. Άρχισαν όμως οι διαφωνίες. Ο Γεώργιος, σκοπεύοντας να ταξιδέψει στην Ευρώπη, ανακοίνωσε στον κρητικό λαό ότι «κατά την διάρκειαν του ταξιδίου του θα εζήτει από τας Μεγάλας Δυνάμεις την ένωσιν της Κρήτης και ήλπιζε να επιτύχει ταύτην λόγω των συγγενικών του δεσμών». Η ανακοίνωση έγινε χωρίς να το ξέρει το συμβούλιο. Ο Βενιζέλος είπε στον πρίγκιπα ότι δεν θα ήταν καλό να δίνει στον λαό ελπίδες για κάτι που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή δυνατό να πραγματοποιηθεί. Όντως δε οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημα του Γεωργίου. Επήλθε πολλές φορές διάσταση μεταξύ των δύο ανδρών και ο Βενιζέλος επανειλημμένα υπέβαλε παραίτηση.
    Όταν συζητήθηκε στο συμβούλιο ο προϋπολογισμός, ο Βενιζέλος είπε ότι το νησί δεν ήταν αυτόνομο αφού κατεχόταν στρατιωτικά από τέσσερις δυνάμεις και το κυβερνούσε εντολοδόχος τους. Θα έπρεπε, όταν θα έληγε η θητεία του πρίγκιπα, να ζητηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιτρέψουν στη συνέλευση, με βάση το άρθρο 39 του συντάγματος (που το είχε καταργήσει η συνδιάσκεψη της Ρώμης) να εκλέξει ανώτατο άρχοντα, οπότε δεν χρειαζόταν η παρουσία ξένων στρατευμάτων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το νησί θα απαλλασσόταν από τον στρατό κατοχής και την δι’ αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων διακυβέρνηση, και θα μπορούσε ευκολότερα να πετύχει τον στόχο που ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Αυτή την πρόταση θα εκμεταλλευθούν οι αντίπαλοι του Βενιζέλου για να πουν ότι ήθελε την Κρήτη αυτόνομη ηγεμονία. Σε απάντηση, εκείνος υπέβαλε και πάλι την παραίτησή του με το αιτιολογικό ότι του ήταν αδύνατο πλέον να συνεργαστεί με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου και διαβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να ασκήσει αντιπολίτευση.
    Στις 17 Μαΐου 1901, σε έκθεσή του εξέθεσε τους λόγους που τον υποχρέωναν να παραιτηθεί, την δε επομένη τους είπε και προφορικά στον Ύπατο Αρμοστή. Στις 18 Μαΐου ο Βενιζέλος απολύθηκε επειδή δημόσια υποστήριξε απόψεις αντίθετες μ’ αυτά που πρέσβευε ο Αρμοστής. Και τέθηκε πλέον επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Επί τρία χρόνια διεξήχθη μια σκληρότατη πολιτική διαμάχη, η διοίκηση παρέλυσε και κυριάρχησε η οξύτητα στο νησί. Και, αναπόφευκτα, τον Μάρτιο του 1905 ξέσπασε επανάσταση, της οποίας επικεφαλής ετέθη ο Βενιζέλος.
    Επανάσταση του Θέρισου
    Στις 26 Φεβρουαρίου 1905 η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» διεκήρυττε πως μόνη ορθή λύση ήταν η Ένωση, προσωρινό στάδιο η πλήρης αυτονομία. Στις 10 Μαρτίου 1905 συνήλθε συνέλευση στον Θέρισο υπό του Ελευθερίου Βενιζέλου, Κωνσταντίνου Φούμη και Κωνσταντίνου Μάνου, που κήρυξε «την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος», έδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του κρητικού ζητήματος ήταν η ένωση.
    Γραμματόσημο που εκδόθηκε από την επαναστατική κυβέρνηση του Θέρισου.
    Γραμματόσημο που εκδόθηκε από την επαναστατική κυβέρνηση του Θέρισου.
    Στις 7 Απριλίου συνήλθε τακτική συνέλευση στα Χανιά, η οποία ομοίως κήρυξε την ένωση ενώ ένας από τους συμβούλους του Ύπατου Αρμοστή παραιτήθηκε και πήγε στον Θέρισο να ενωθεί με τους επαναστάτες. Ο Ύπατος Αρμοστής απαίτησε από τους επαναστάτες να παραδώσουν τα όπλα μέσα σε 36 ώρες, εκήρυξε το στρατιωτικό νόμο με την έγκριση των Δυνάμεων, διέταξε συλλήψεις και φυλακίσεις αντικαθεστωτικών κι επέβαλε λογοκρισία στον τύπο. Έπειτα κάλεσε σε σύσκεψη τους προξένους και ζήτησε να λάβουν επείγοντα μέτρα για την «καταστολήν του κινήματος». Για να αυξήσει τις ένοπλες δυνάμεις του συγκρότησε το σώμα των «Δημοφρουρών». Οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μήνυμα στους επαναστάτες ότι θα χρησιμοποιούσαν στρατεύματα προκειμένου να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους. Σε απάντηση οι περισσότεροι βουλευτές της τακτικής συνέλευσης πήγαν στον Θέρισο να ενωθούν κι αυτοί με τον Βενιζέλο.
    Ο πρίγκηπας δεν διέθετε άλλες δυνάμεις εκτός της Κρητικής Χωροφυλακής (που έμεινε πιστή σ’αυτόν) και η οποία δεν αυξήθηκε από τους Δημοφρουρούς και οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν για κοινή δράση. Μεγαλύτερη στρατιωτική δράση ανέπτυξαν οι Ρώσοι, οι οποίοι κατέλαβαν ή βομβάρδισαν θέσεις επαναστατών. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με την επαναστατική τριανδρία στις Μουρνιές, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία, χωρίς αποτέλεσμα. Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε να χορηγηθεί στην Κρήτη πολίτευμα ανάλογο μ’ αυτό της Ανατολικής Ρωμυλίας. Στις 18 Ιουλίου οι Δυνάμεις κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, κάτι που δεν αποθάρρυνε τους επαναστάτες. Στις 15 Αυγούστου η τακτική συνέλευση των Χανίων ψήφισε τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο Βενιζέλος.
    Συναντήθηκαν και πάλι μαζί του οι πρόξενοι και έκαναν δεκτές τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε. Αυτό οδήγησε στον τερματισμό της επανάστασης του Θερίσου και στην παραίτηση του Ύπατου Αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις τον Αύγουστο του 1906 είχαν παραχωρήσει στο βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Α΄, το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή, χωρίς να χρειάζεται η έγκριση της τουρκικής κυβέρνησης. Μετά την παραίτηση του πρίγκιπα Γεωργίου στις 12 Σεπτεμβρίου, τοποθετήθηκε στη θέση αυτή ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ενώ επετράπη Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί να αναλάβουν την οργάνωση της Κρητικής Χωροφυλακής. Μόλις οργανώθηκε Χωροφυλακή άρχισαν να αποχωρούν τα ξένα στρατεύματα από το νησί.
    Ένωση
    Τον Σεπτέμβριο του 1908 ο αυτοκράτορας της Αυστρουγγαρίας ανακοίνωσε την προσάρτηση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης και ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας την ανεξαρτησία της. Οι Κρητικοί δεν έχασαν την ευκαιρία. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 ξέσπασε επανάσταση στο νησί. Χιλιάδες πολίτες των Χανίων και των γύρω περιοχών την ημέρα αυτή συγκρότησαν συλλαλητήριο, στο οποίο ο Βενιζέλος κήρυξε την οριστική ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα. Έχοντας συνεννοηθεί με την ελληνική κυβέρνηση, ο Ζαΐμης αναχώρησε για την Αθήνα πριν από το συλλαλητήριο. Συγκλήθηκε η συνέλευση και κήρυξε την ανεξαρτησία της Κρήτης, η σημαία της κρητικής πολιτείας υποστάλλθηκε για να δώσει την θέση της στην ελληνική, οι δημόσιοι υπάλληλοι ορκίσθηκαν πίστη στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ της Ελλάδας, ενώ διορίστηκε πενταμελής εκτελεστική επιτροπή με την εντολή να κυβερνήσει το νησί εν ονόματι του βασιλιά των Ελλήνων και σύμφωνα με τους νόμους του ελληνικού κράτους. Πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Μιχελιδάκης με τον Βενιζέλο υπουργό Εξωτερικών και Δικαιοσύνης. Τον Απρίλιο του 1910 συγκλήθηκε νέα συνέλευση, της οποίας ο Βενιζέλος εκλέχθηκε πρόεδρος ενώ κατόπιν έγινε πρωθυπουργός. Όλα τα ξένα στρατεύματα έφυγαν από την Κρήτη και η εξουσία περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση Βενιζέλου.
    Η ελληνική κυβέρνηση, για να αποφύγει την τουρκική, αλλά και τις διεθνείς αντιδράσεις, δεν προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της Ένωσης. Αργότερα ο Βενιζέλος έφυγε από την Κρήτη για την Αθήνα, όπου έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας. Το 1911 οργανώθηκαν ένοπλες λαϊκές συγκεντρώσεις, που έγιναν εντονότερες με την άρνηση του Βενιζέλου να δεχτεί την είσοδο των Κρητών βουλευτών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, πράγμα που δεν επέτρεπαν οι συνθήκες. Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων το 1912, η Ελληνική Βουλή έκανε δεκτούς τους Κρήτες βουλευτές με ενθουσιασμό και θερμές εκδηλώσεις.
    Η οριστική λύση του Κρητικού ζητήματος δόθηκε στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, το Φλεβάρη του 1913. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, το Μάιο του 1913, παραχωρήθηκε η Κρήτη στην Ελλάδα. Η ένωση έγινε με επίσημη τελετή στο φρούριο Φιρκά στις 1 Δεκεμβρίου 1913. Τέλος, το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, έφυγαν και οι τελευταίοι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του νησιού για την Μικρά Ασία.
  3. ο Βενετός Βάιλος/πρέσβης Μ. Zane έγραψε για τους εξισλαμισμένους: «… οι πιο αλαζόνες και αχρείοι άνθρωποι που μπορεί να φανταστεί κανείς, γιατί μαζί με την αληθινή τους πίστη έχουν χάσει και κάθε ανθρωπιά»
    ——————————————————————–
    ΑΠΟ ΤΟ:
    ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ και ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ
    Περί Αλός
    Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
    Δημοσιογράφος-Αμυντικός Αναλυτής
    O Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής υπήρξε ένας από τους Οθωμανούς σουλτάνους που έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της ναυτικής ισχύος της αυτοκρατορίας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην προσπάθειά του αυτή στηρίχθηκε σε μια σειρά εξωμοτών/αρνησίθρησκων χριστιανών ναυτικών διοικητών όπως οι ελληνικής καταγωγής Πίρι Ρεΐς, ο Τουργκούτ Ρεΐς και ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, ο ουγγρικής καταγωγής ευνούχος Χατίμ Σουλεϊμάν και άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι. Δεξί χέρι, στενός φίλος και συγγενής του Σουλεϊμάν, μέγας βεζίρης και ανώτατος στρατιωτικής διοικητής των οθωμανικών στρατευμάτων στις σημαντικότερες εκστρατείες υπήρξε ο Ιμπραήμ Πασάς, ένας επίσης αρνησίθρησκος Έλληνας από την Πάργα της Ηπείρου. Στην πλειοψηφία τους οι ένδοξοι συμπολεμιστές του σουλτάνου ήσαν παιδιά του devsirme (σ.σ. παιδομάζωμα αγοριών από την Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Κροατία), από το οποίο σημειωτέον είχαν αποκλειστεί τα τέκνα των Τούρκων, Κούρδων, Εβραίων, Περσών, Ουκρανών, Μοσχοβιτών και των Γεωργιανών, ενώ των Αρμενίων γίνονταν δεκτά μόνο για υπηρεσία στο παλάτι, όχι στο στράτευμα. Η αναφορά σε όλους αυτούς τους ικανούς και δραστήριους διοικητές που πλαισίωναν τον Σουλεϊμάν κρίνεται σκόπιμη καθώς τα μουσουλμανικά ονόματα και τίτλοι καλύπτουν την πραγματική καταγωγή των πρωταγωνιστών, βάσει των οποίων θριάμβευσαν τα οθωμανικά όπλα και λάβαρα… (σ.σ. ο Βενετός Βάιλος/πρέσβης Μ. Zane έγραψε για τους εξισλαμισμένους: «… οι πιο αλαζόνες και αχρείοι άνθρωποι που μπορεί να φανταστεί κανείς, γιατί μαζί με την αληθινή τους πίστη έχουν χάσει και κάθε ανθρωπιά»).
    Ας μην λησμονούμε ότι το δόγμα του νέο-οθωμανισμού του Αχμέτ Νταβούτογλου χρησιμοποιεί ακριβώς αυτήν την μορφής την «οθωμανική» κληρονομιά για να επιχειρηματολογήσει υπέρ της αναγκαιότητας επιστροφής της στα σημερινά Βαλκάνια. Ο σημερινός υπουργός των Εξωτερικών της Τουρκίας προτείνει μετ’ επιτάσεως την ανάπτυξη της τουρκικής ναυτικής ισχύος, τις επεκτατικές απαρχές της οποίας τοποθετεί στην περίοδο βασιλείας του Σουλεϊμάν. Οι θαλάσσιοι δίαυλοι δια των οποίων κινήθηκαν τα οθωμανικά πολεμικά τότε, «ανακαλύπτονται» σήμερα από τις ναυτικές μονάδες της Διοίκησης Ναυτικών Δυνάμεων (TDK) καθώς οι διάδοχοι των αρνησίθρησκων ναυάρχων επαναπλέουν με γεωπολιτικές αξιώσεις στα θαλάσσια ύδατα από την Ερυθρά, τα Στενά του Άντεν και την Υεμένη, ανατολικά της Σομαλίας, στον Ινδικό Ωκεανό μέχρι την Ινδονησία. Συνεπώς για να κατανοήσουμε την πεμπτουσία της νέο-οθωμανικής θαλάσσιας στρατηγικής, οφείλουμε να μελετήσουμε τις πηγές της, οι οποίες άρχονται στα χρόνια των ναυτικών εκστρατειών του Σουλεϊμάν.
    Η τηλεοπτική σειρά «Σουλεϊμάν, ο Μεγαλοπρεπής» που προβάλλεται από δίαυλο της ελληνικής τηλεόρασης, έχει προκαλέσει δικαιολογημένα την αγανάκτηση δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων, οι οποίοι θεωρούν ότι πρόκειται για ψυχολογική επιχείρηση (ΨΕΠ) των σύγχρονων Οθωμανών με σκοπό την ήπια προβολή ισχύος, αξιοποιώντας την παράμετρο της «εθελούσιας» τηλεοπτικής εισβολής και στοχεύοντας την κοινή γνώμη της χώρας μας. Η σειρά αποδεικνύει πόσο σημαντική και αποτελεσματική είναι η εκτέλεση επιχείρησης επηρεασμού σε μαζική κλίμακα πληθυσμών με χαμηλό έως ανύπαρκτο δείκτη ιστορικής γνώσης. Η προβολή ενός σκηνοθετικά προσεγμένου σεναρίου με στοχευμένες και άριστα μελετημένες ιστορικές ανακρίβειες – οι οποίες ωστόσο επενδύονται με την απενοχοποιημένη «ποιητική αδεία» – όπως έχει συμβεί και με ιστορικές υπερπαραγωγές του Hollywood (π.χ. Τροία) λειτουργεί ως πολιτισμικός δούρειος ίππος. Οι Τούρκοι έχουν αρχίσει από καιρό να χρησιμοποιούν τη δύναμη της τηλεοπτικής και της κινηματογραφικής εικόνας (σ.σ. θυμίζουμε την «Κοιλάδα των Λύκων», «Fatih 1453») για να προωθήσουν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα. Στην προσπάθειά τους δεν διστάζουν να αλλοιώσουν ιστορικές πραγματικότητες και να επανασχεδιάσουν την ιστορία σύμφωνα με την πολιτικά ορθή άποψη, συμβατή με τα δόγματα της θεωρίας του Νέο-Οθωμανισμού. Στο πνεύμα αυτό υπάγεται η «κατασκευή» της συγκεκριμένης τηλεοπτικής σειράς.
    Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄ (1520-1566) ο νομοθέτης – τον οποίον οι Βενετοί χαρακτήριζαν ως Μεγαλοπρεπή ή ως Μεγάλο Τούρκο – ανέβηκε στον θρόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διαδεχόμενος τον πατέρα του Σελίμ Α΄(1512-1520) του επονομαζόμενου Yavuz (σκληρός), ο οποίος αφού κατέκτησε την Αίγυπτο εξόρισε στην Κων/πολη τον τελευταίο χαλίφη Αλ Μουαταβακίλ, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία των Τούρκων στους μουσουλμάνους Άραβες. Ο Σουλεϊμάν που βασίλευσε για σχεδόν μισό αιώνα, υπήρξε σύγχρονος με διάσημους μονάρχες της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, όπως ο Αψβούργος Κάρολος ο Ε΄, ο Φερδινάνδος Α΄, ο Φίλιππος ο Β΄ της Ισπανίας, ο Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας, η θυγατέρα του Ελισάβετ Α΄ και ο τσάρος Ιβάν ο Δ΄(ο τρομερός). Ο Σουλεϊμάν κυβέρνησε την αυτοκρατορία περισσότερο από οποιονδήποτε Οθωμανό σουλτάνο και πραγματοποίησε 13 εκστρατείες. Παρέλαβε από τον πατέρα του Σελίμ τον υπερφίαλο τίτλο του «κατακτητή του κόσμου», καθώς οι προσαρτήσεις των Αγίων Τόπων στην Παλαιστίνη και των μουσουλμανικών ιερών εδαφών Μέκκας και Μεδίνας, ανύψωσαν κάθετα το γόητρο των Οθωμανών.
    Οι κατακτήσεις του Σελίμ επέκτειναν τη γεωπολιτική κυριαρχία των Οθωμανών στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό. Τα οικονομικά οφέλη που απολάμβαναν οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου από την εμπορική εκμετάλλευση των μπαχαρικών της ασιατικής ανατολής και οι φόροι που επιβάλλονταν στο ρύζι, τη ζάχαρη και το βαμβάκι, κατέκλυζαν πλέον τα οθωμανικά ταμεία. Η οικονομική ισχύς της αυτοκρατορίας επέτρεψε την αναβάθμιση και επέκταση της στρατιωτικής και ειδικά της ναυτικής επιχειρησιακής ικανότητας και δυνατότητας. Η κατάληψη του Βελιγραδίου (29 Αυγούστου 1521) κατεγράφη ως σημαντικότατη επιτυχία σε γεωστρατηγικό επίπεδο, καθώς άνοιξαν πλέον οι πύλες για την εκτέλεση επιχειρήσεων προς το εσωτερικό της Ουγγαρίας (σ.σ. Οι Οθωμανοί προσπάθησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν το Βελιγράδι το 1440 αλλά και το 1456). Όσοι από τους υπερασπιστές της πόλης επέζησαν εξορίστηκαν στην Κων/πολη και στην Χερσόνησο της Καλλίπολης. Ο Σουλεϊμάν μετά από την επίτευξη του βόρειου στόχου, κινήθηκε προς νότο και προετοιμάστηκε για μια μείζονα αμφίβια επιχείρηση με σκοπό την κατάληψη της Ρόδου. Το νησί που έλεγχαν οι Ιωαννίτες Ιππότες αποτελούσε κόλαφο στον οθωμανικό οφθαλμό, καθώς δέσποζε επί των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας από και προς την Παλαιστίνη και παρεμπόδιζε την διέλευση των μουσουλμάνων προσκυνητών με τελικό προορισμό την Μέκκα. Οι πειρατικές επιδρομές των ιπποτών αποτελούσαν ευθεία αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του σουλτάνου, γεγονός που δεν μπορούσε να ανεχτεί ο φέρων τον τίτλο του Πατισάχ, Σουλεϊμάν. Στις 20 Δεκεμβρίου 1522 μετά από πέντε μήνες πολιορκία υπό την προσωπική επίβλεψη και καθοδήγηση του σουλτάνου, οι ιππότες παρέδωσαν το γεωστρατηγικής σημασίας νησί που έλεγχε την ανατολική έξοδο του Αιγαίου.
    Ο κύριος γεωπολιτικός στόχος των Οθωμανών ήταν να ελέγξουν πλήρως την Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο Κύπρος, Κρήτη, Ρόδος και πολλά νησιά του Αιγαίου (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Κύθηρα, Σποράδες, Σκύρος) συν ορισμένα φρούρια στην Πελοπόννησο (Ναύπλιο, Μονεμβασιά) αποτελούσαν κτήσεις των Βενετών και άλλων λατινικών δυνάμεων. Ο Σουλεϊμάν ασφυκτιούσε εγκλωβισμένος εντός του ελεγχόμενου από χριστιανικές δυνάμεις αρχιπελάγους του Αιγαίου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να εξελιχθεί σε ναυτική δύναμη πρώτου μεγέθους, εάν θα έπρεπε να καταστεί υπολογίσιμος διεθνής παράγων. Ο πόλεμος για την κυριαρχία της ζωτικής σημασίας αυτής λεκάνης θα εκτυλισσόταν στην θάλασσα, ένα πεδίο στο οποίο παραδοσιακά οι Οθωμανοί υστερούσαν έναντι των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης. Είχε έλθει η συγκυρία για την ανάπτυξη της οθωμανικής ναυτικής ισχύος και προς αυτήν την κατεύθυνση βοήθησε αποφασιστικά η οικονομική άνθιση που προσέφερε η εκμετάλλευση της υψηλής γεωστρατηγικής/γεωοικονομικής αξίας εδαφικής περιοχής μεταξύ Αιγύπτου-Σινά-Στενών Αντεν.
    Η κατάληψη της Ρόδου λειτούργησε ως επιπλέον ασφαλιστική δικλίδα προς όφελος της κυριαρχίας των Οθωμανών επί των Μαμελούκων της Αιγύπτου, οι οποίοι έχασαν έναν όψιμο σύμμαχο (τους Ιωαννίτες) καθώς η επιχείρηση εισβολής κατά της νήσου πραγματοποιήθηκε με αφορμή την επανάσταση του Μαμελούκου Γιαμπαρντί αλ Γκαζαλί, τον οποίον οι ιππότες υποστήριξαν με το ναυτικό τους.
    Μεγάλος Βεζίρης και γαμπρός του Σουλεϊμάν υπήρξε ο Ιμπραήμ Πασάς, που γεννήθηκε στην Πάργα και ήταν Έλληνας εξωμότης. Ο Ιμπραήμ προήχθη στον επίζηλο (σ.σ. αμέσως μετά τον σουλτάνο) βαθμό από απλός αξιωματούχος χωρίς να είναι προηγουμένως βεζίρης, ενέργεια που εξέπληξε την αυλή και επιβεβαιώνει την στενή προσωπική σχέση των δύο ανδρών. Ο Ιμπραήμ Πασάς διορίστηκε κυβερνήτης της Αιγύπτου και από την θέση αυτή ασχολήθηκε με την προώθηση της γεωπολιτικής σφαίρας επιρροής και των συμφερόντων της αυτοκρατορίας στην Ερυθρά Θάλασσα, την Αραβική Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Ο Ιμπραήμ ναυπήγησε ισχυρό στόλο θέτοντας ως στόχο την πλήρη εκδίωξη των πορτογαλικών σταθμών που λειτουργούσαν ως προκεχωρημένα φρούρια-εμπορικοί σταθμοί στην Ερυθρά. Οι θύλακες αυτοί κατεγράφησαν και αξιολογήθηκαν ως προς την οικονομική και στρατηγική τους αξία από το ναύαρχο Σαλμάν Ρεΐς, ο οποίος συνέστησε την πραγματοποίηση ναυτικής εκστρατείας. Ένας από τους πλοηγούς του Ιμπραήμ Πασά ήταν ο επίσης ελληνικής καταγωγής εξωμότης και μετέπειτα διάσημος ναύαρχος Πίρι Ρεΐς. Ήταν εκείνος που είχε παρουσιάσει για πρώτη φορά στον Σελίμ Α΄ έναν εξαιρετικό χάρτη της υδρογείου, καθώς επίσης συνέγραψε το διάσημο ναυτικό εγχειρίδιο (Κιτάμπ ι Μπαχριγιέ) «Βιβλίο της Ναυσιπλοΐας». Το 1525 ο Ιμπραήμ παρέδωσε στον Σουλεϊμάν μια ανανεωμένη έκδοση του βιβλίου βάσει της οποίας προτάθηκε η ανάληψη επιθετικής ναυτικής δράσης στην ευρύτερη περιοχή του Ινδικού, με στόχο την εκδίωξη των Πορτογάλων, προς όφελος των οθωμανικών στρατηγικών συμφερόντων. Ο διάδοχος του Ιμπραήμ (σ.σ. διορίστηκε αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος με σκοπό την κατάληψη της Ουγγαρίας), ο ουγγρικής καταγωγής ευνούχος Χατίμ Σουλεϊμάν ανέλαβε να ολοκληρώσει το μεγαλεπήβολο σχέδιο, το οποίο ωστόσο καθυστέρησε λόγω της προτεραιότητας που έλαβαν οι ναυτικές προετοιμασίες για επιχειρήσεις στην Μεσόγειο (Αιγαίο και Ιόνιο) κατά των δυτικών δυνάμεων. Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι μεταξύ 1531-2 ο Χατίμ ξεκίνησε την κατασκευή διώρυγας μεταξύ ποταμού Νείλου και της Ερυθράς! Ο χρονικογράφος Μαρίνο Σανούδος ανέφερε ότι δεκάδες χιλιάδες δούλοι εργάστηκαν για την αποπεράτωση ενός φαραωνικού διαστάσεων εγχειρήματος, που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
    Στις 29 Αυγούστου 1526 ο στρατός του Ιμπραήμ υπό την καθοδήγηση του σουλτάνου Σουλεϊμάν νίκησε στην Μάχη του Μοχάτς τους Ούγγρους υπό την ηγεσία του Λουδοβίκου Β΄ της Ουγγαρίας και Βοημίας. Ο βασιλιάς πνίγηκε καθώς προσπαθούσε να διαφύγει ενώ ο σουλτάνος διέταξε να μην συλληφθούν αιχμάλωτοι όσοι αντιστάθηκαν στη δύναμή του. Ο Σουλεϊμάν κινήθηκε έξυπνα υλοποιώντας μια δυναμική μακριά από θρησκευτικές προκαταλήψεις γεωπολιτική σχεδίαση, αποδεχόμενος τη συμμαχία και συνεργασία του βασικότερου αντιπάλου των Αψβούργων, του Γάλλου βασιλιά Φραγκίσκου Α΄. Η άκρως ωφελιμιστική τακτική του Φραγκίσκου επέτρεψε στον Σουλεϊμάν να καταφέρει να προελάσει εντός της Ουγγαρίας και να υψώσει την ημισέληνο στα τείχη της Βούδας στις 11 Σεπτεμβρίου του 1526, η οποία λεηλατήθηκε συστηματικά. Οι Αψβούργοι τοποθέτησαν τους Οθωμανούς στην κορυφή των στρατηγικών εχθρών τους και ξεκίνησε μια περίοδος συγκρούσεων, η οποία τερματίστηκε μόνον μετά από την δεύτερη πολιορκία της Βιέννης το 1683. Ο Σουλεϊμάν δοκίμασε να καταλάβει το χριστιανικό προπύργιο αλλά απέτυχε σηματοδοτώντας το έσχατο όριο προέλασης του Ισλάμ στην Κεντρική Ευρώπη. Η Βιέννη θα αναδειχθεί σε σύμβολο της αντίστασης κατά των Οθωμανών και μετά από τη δεύτερη πολιορκία της θα αποτελέσει την αρχή του τέλους της πτώσης της αυτοκρατορίας τους.
    Ο Ιμπραήμ Πασάς υπήρξε ο αρχιτέκτων της προσέγγισης των Οθωμανών με την Γαλλία, εισηγητής και υποστηρικτής των διομολογήσεων, μέσω των οποίων ξεκίνησε η εμπορική διείσδυση των δυτικών δυνάμεων στην αυτοκρατορία, γεγονός που μακροπρόθεσμα οδήγησε στην υπονόμευση και κατάρρευσή της. Η εκτέλεσή του το 1536 λίγες μόνον ημέρες μετά από την υπογραφή νέας συμφωνίας διομολογήσεων (18 Φεβρουαρίου) με τον Γάλλο πρέσβη στην Κων/πόλη Jean de la Foret, υπήρξε αποτέλεσμα μηχανορραφιών της ευνοούμενης γυναίκας (Χιουρέμ Σουλτάνα) του Σουλεϊμάν, της Ουκρανής (Ρουθηνής) Ρωξελάνης. Ωστόσο ο σουλτάνος Σουλεϊμάν λέγεται ότι έδωσε την ευκαιρία στον πιστό του φίλο είτε να διαφύγει ή ακόμη και να τον σκοτώσει, κάτι που ο Ιμπραήμ αρνήθηκε να πράξει. Η σχέση του με τους Έλληνες χριστιανούς γονείς ουδέποτε διεκόπη, καθώς αναφέρεται ότι τους είχε κοντά του στο παλάτι του που σώζεται ακόμη και σήμερα στην Κων/πόλη.
    Καλλιτεχνικό έμβλημα, μονόγραμμα (tugra) του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1550 – 1565), Calligraphy section of Islamic Art Collection Los Angeles County Museum of Art ΦΩΤΟ: wikipedia
    Το 1533 έγινε δεκτή οθωμανική διπλωματική αποστολή και εγκαταστάθηκε πρεσβεία στο Παρίσι, ενώ το επόμενο έτος παρέδωσε διαπιστευτήρια Γάλλος πρέσβης στον σουλτάνο. Ο αντίκτυπος στην Ευρώπη υπήρξε σοκαριστικός αλλά αναμενόμενος με βάση τα συμπλέοντα γεωπολιτικά συμφέροντα των δύο δυνάμεων, τα οποία στόχευαν στην αποδυνάμωση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ο Σουλεϊμάν διέγνωσε ότι η ναυτική ισχύς και η προβολή της στην Δυτική Μεσόγειο θα δημιουργούσε έναν ισχυρό αντιπερισπασμό στον αυτοκράτορα Κάρολο τον Ε΄ των Αψβούργων, προσφέροντάς του μάλιστα μια ισχυρή βάση στην Βόρεια Αφρική πέραν του Αλγερίου. Στόχος ήταν το οχυρωμένο λιμάνι της Τύνιδας, το οποίο αν και έλεγχαν οι Μουσουλμάνοι ανήκε στην σφαίρα επιρροής της αψβουργικής Ισπανίας. Ο σουλτάνος διέταξε τη ναυπήγηση 70 γαλερών τις οποίες επάνδρωσαν χιλιάδες χριστιανοί και περί τους 2.000 Εβραίοι σκλάβοι. Το 1534 οι ισχυρές αυτές ναυτικές μονάδες υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (σ.σ. άλλος ένας αρνησίθρησκος Έλληνας από την Λέσβο, που έγινε γνωστός ως ο διαβόητος Χαϊρεντίν Ρεΐς με το προσωνύμιο «Μπαρμπαρόσα-κοκκινογένης») ανταποκρινόμενες σε αίτημα του Φραγκίσκου πραγματοποίησαν σαρωτικές επιδρομές με στόχο τις ακτές της Ιταλίας. Ο οθωμανικός στόλος στη συνέχεια κατέλαβε την Τύνιδα στις 16 Αυγούστου 1534, αποκτώντας γεωστρατηγικό προγεφύρωμα, απειλώντας το μαλακό ιταλικό υπογάστριο του Καρόλου αλλά και την Μάλτα στην οποία κατέφυγαν οι Ιωαννίτες της Ρόδου (σ.σ. η περιοχή ανακαταλήφθηκε το επόμενο έτος από τους Ισπανούς μετά από μια πολυδάπανη εκστρατεία και έμεινε υπό τον έλεγχό τους έως το 1574, οπότε πέρασε ξανά στην οθωμανική κατοχή).
    Το 1532-4 ο στόλος του Καρόλου Ε΄ υπό την ηγεσία του ικανότατου Γενουάτη ναυάρχου Ανδρέα Ντόρια κινήθηκε προς την Πελοπόννησο καταλαμβάνοντας τα λιμάνια της Πάτρας, της Ναυπάκτου και της Κορώνης, καθώς και τα φρούρια Ρίου και Αντιρρίου. Ο Σουλεϊμάν ανέθεσε τη διοίκηση του οθωμανικού στόλου στον Μπαρμπαρόσα. Ο πρώην πειρατής που ξεκίνησε την αιμοσταγή καριέρα του πραγματοποιώντας ληστρικές φονικές επιδρομές με ορμητήριο την Αλγερία (την Μπαρμπαριά) επί Σελίμ, διορίσθηκε με τιμές ναύαρχος του αυτοκρατορικού ναυτικού με αποστολή την εκδίωξη του Ντόρια. Μετά από συγκρούσεις η Κορώνη εκκενώνεται τον Μάρτιο του 1534.
    Το 1536 στόλος υπό τον Μπαρμπαρόσα ενώθηκε με γαλλικές μονάδες και αξιοποιώντας ως βάση την Μασσαλία απειλούσε με επιδρομές την Γένοα, υποστηρίζοντας τις χερσαίες επιχειρήσεις του Φραγκίσκου. Την ίδια χρονιά ο μικτός γαλλο-οθωμανικό στόλος επιχείρησε να καταλάβει τις Βαλεαρίδες και πραγματοποίησε εκτενείς επιδρομές στις ισπανικές ακτές σπέρνοντας τον τρόμο. Μετά το πέρας τους για πρώτη φορά οθωμανικά πολεμικά πέρασαν τον Χειμώνα σε γαλλικό έδαφος, 83 έτη μετά από την άλωση της Κων/πολης! Τον επόμενο χρόνο ο Σουλεϊμάν τέθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος 300.000 ανδρών, το οποίο συγκεντρώθηκε στην Αλβανία με σκοπό να περάσει τα Στενά του Οτράντο και να αποβιβαστεί στην Ιταλία. Για την επιτυχία του εγχειρήματος συγκεντρώθηκαν πάνω από 100 γαλέρες και μεγάλος αριθμός μεταγωγικών, συγκροτώντας ισχυρή αμφίβια δύναμη. Τον Ιούλιο οι οθωμανικές δυνάμεις συνοδευόμενες και από τον Γάλλο πρέσβη αποβιβάστηκαν στην Απουλία την οποίαν λεηλάτησαν για δύο εβδομάδες. Τον επόμενο μήνα ο οθωμανικός στόλος πολιόρκησε την Κέρκυρα και τον Σεπτέμβριο ενισχύθηκε από 12 γαλλικές γαλέρες. Ο διοικητής των γαλλικών πολεμικών βαρόνος Saint Blancard, «συμμαχητής» του Μπαρμπαρόσα με τον οποίον σε ορισμένες επιχειρήσεις έσφαζαν από κοινού χριστιανούς και σκλάβωναν αδιακρίτως γυναικόπαιδα, κατέπλευσε με τα σκάφη του γεμάτα λεία στην Κων/πόλη όπου πέρασε τον Χειμώνα του 1537-38.
    Απολαμβάνοντας τη ναυτική υπεροχή του ο Μπαρμπαρόσα κατέλαβε το 1537 πολλά νησιά του Αιγαίου, όπως η Νάξος, η Ίος, Σύρος, Τήνος, Κάρπαθος, Αίγινα, Κάσος που ανήκαν στην Βενετία, οριοθετώντας μια περίοδο «νηνεμίας» για τους νησιωτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι υπέφεραν τα πάνδεινα από την πειρατεία των εμπολέμων. Τον Φεβρουάριο του 1538 συγκροτήθηκε από τον πάπα Παύλο Γ΄ η Ιερά Συμμαχία με την συμμετοχή του Βατικανού, της Γένοβας, της Βενετίας, της Ισπανίας και των Ιπποτών της Μάλτας. Συγκροτήθηκε στόλος από 112 γαλέρες και 50 γαλεόνια υπό την ηγεσία του Ντόρια. Η μεγάλη στιγμή κορύφωσης της ναυτικής ισχύος του Σουλεϊμάν ήλθε στις 28 Σεπτεμβρίου 1538, όταν στη Ναυμαχία της Πρέβεζας, ο Μπαρμπαρόσα εκμεταλλεύτηκε την ατολμία του Ντόρια και κατήγαγε μια θαλάσσια νίκη, η οποία εορτάζεται σήμερα ως εθνική εορτή και επισήμως ως ημέρα του Τουρκικού Ναυτικού (σ.σ. οι καθελκύσεις και οι εντάξεις στο TDK των σκαφών της κλάσης Milgem προγραμματίζονται να εκτελούνται στη συγκεκριμένη ημερομηνία για λόγους ιστορικού συμβολισμού). Οι Οθωμανοί φάνταζαν ανίκητοι στη θάλασσα με τους Γάλλους στο πλευρό τους. Στις 2 Οκτωβρίου 1540 η Βενετία με γαλλική παρέμβαση υπογράφει συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, βάσει της οποίας παραδίδει το Ναύπλιο και την Μονεμβασιά, αναγνωρίζοντας τα τετελεσμένα των προηγούμενων ετών στο Αιγαίο. Η γαληνοτάτη δημοκρατία διατηρεί τις κτήσεις στο Ιόνιο, σε περιοχές της Ηπείρου και στην Κύπρο, αλλά καταβάλλει μεγάλες αποζημιώσεις.
    Σημειώνεται ότι βάσει της αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Φραγκίσκου Α΄ και Σουλεϊμάν Α΄ ο οθωμανικός στόλος επανήλθε στη νότια Γαλλία το Καλοκαίρι του 1543 με 110 γαλέρες υπό τον Μπαρμπαρόσα και μετείχε με 50 γαλλικές στην πολιορκία και τον βομβαρδισμό της Νίκαιας. Τον Χειμώνα του 1543-44 η ναυτική μοίρα των Οθωμανών εκτέλεσε εκ νέου επιχειρήσεις με το Γαλλικό Ναυτικό στην Μεσόγειο, στοχεύοντας τις ισπανικές και τις ιταλικές ακτές, ενώ τα πλοία του σουλτάνου ελλιμενίστηκαν στον Ναύσταθμο της Τουλώνας. Μάλιστα ο καθεδρικός της πόλης μετατράπηκε σε τζαμί προκειμένου να ασκούν ανελλιπώς τα θρησκευτικά τους καθήκοντα οι μουσουλμάνοι! Μετά την αναχώρηση του οθωμανικού στόλου ο Γάλλος πλοίαρχος Polin επικεφαλής ομάδας πέντε γαλερών έπλευσε προς την Κων/πόλη στην οποία αγκυροβόλησε στις 10 Αυγούστου 1544. Πρέπει να τονισθεί ότι όλες οι γαλλικές ναυτικές αποστολές έγιναν δεκτές από τον Σουλεϊμάν με λαμπρότητα.
    Η γεωπολιτική προσέγγιση του «κρίνου και της ημισελήνου» διήρκησε από το 1536 έως το 1798 (εισβολή του Μ. Ναπολέοντος στην Αίγυπτο). Οι Γάλλοι βοήθησαν πολλαπλώς τον Σουλεϊμάν, συνεχίζοντας την πολιτική της συμμαχίας και με τον Ερρίκο ΙΙ, διάδοχο του Φραγκίσκου Α΄, στηρίζοντάς τον με χρήματα, όπλα και εφόδια κατά τη διάρκεια των εκστρατειών στην Ουγγαρία (1543-44) και κατά των Σαφαβιδών στην Περσία το 1547. Οι Αψβούργοι προσπαθώντας να αντισταθμίσουν την συμμαχία μεταξύ Γαλλίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιχείρησαν να συγκροτήσουν έναν άξονα με τους Σαφαβίδες Πέρσες, ώστε να προκαλέσουν αντιπερισπασμό στα ανατολικά τους σύνορα. Παρά την αποστολή εκατέρωθεν πρεσβειών, τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας υπήρξαν περιορισμένα και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
    Το 1552 στόλος από 100 οθωμανικές γαλέρες κατέπλευσε στη δυτική Μεσόγειο όπου ναυμάχησε με τους Αψβούργους και τους συμμάχους τους. Το επόμενο έτος οι ναύαρχοι Τουργκούτ Ρέις (σ.σ. ελληνικής καταγωγής) και Κοτζά Σινάν (σ.σ. αλβανικής καταγωγής) συν τον Πιγιαλέ Πασά (σ.σ. κροατικής καταγωγής) επέδραμαν από κοινού με γαλλικά πολεμικά λεηλατώντας την Σικελία, τη Νεάπολη, τη νήσο Έλβα, ενώ εισέβαλλαν στην Κορσική. Τον Ιούλιο του 1558 ισχυρή δύναμη από 150 οθωμανικές γαλέρες υπό τον Τουργκούτ Ρείς και τον Πιγιαλέ Πασά πραγματοποίησε καταστροφικές επιδρομές στις Βαλεαρίδες, μετά από γαλλικό αίτημα. Χιλιάδες πολίτες πωλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα και οι καταστροφές που προκλήθηκαν αποτέλεσαν αίτιο ώστε ακόμη και σήμερα η 9η Ιουλίου να εορτάζεται ως «ημέρα του ολέθρου». Δύο χρόνια αργότερα τον Μάιο του 1560 το Οθωμανικό ναυτικό υπό τον Τουργκούτ Ρείς και τον Πιγιαλέ Πασά συνέτριψε τον συμμαχικό στόλο Ισπανών, Βενετών και άλλων δυνάμεων στη Ναυμαχία της Ντζέρμπα στην Τυνησία. Επρόκειτο για το απόγειο της οθωμανικής ναυτικής ισχύος και υπεροχής στη θάλασσα 22 χρόνια μετά τη νίκη στην Πρέβεζα. Αξίζει να επισημανθεί ότι οι Ισπανοί είχαν δυσαναπλήρωτες απώλειες 600 έμπειρων ναυτικών και 2.400 ειδικευμένων αρκεβουζιοφόρων, γεγονός που μεγέθυνε τα αποτελέσματα της οθωμανικής νίκης.
    Και ενώ ο πόλεμος μαινόταν στα ευρωπαϊκά και αφρικανικά θέατρα επιχειρήσεων, μεταξύ 1538-1554 ο Σουλεϊμάν διέταξε την εκτέλεση μιας σειράς πολύ ενδιαφερουσών αμφίβιων επιχειρήσεων στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού. Πρόκειται για τέσσερις καταγεγραμμένες εκστρατείες (Hint Deniz seferleri). Από το 1525 όταν ο Σελμάν Ρεΐς (σ.σ. ελληνικής καταγωγής) τοποθετήθηκε διοικητής του Οθωμανικού Στόλου στην Ερυθρά Θάλασσα για να αντιμετωπίσει τους Πορτογάλους, φάνηκε ότι η περιοχή θα μετατρεπόταν σε πεδίο γεωπολιτικής και εμπορικής σύγκρουσης των δύο δυνάμεων. Με την κατάληψη της Βασόρας από τον Σουλεϊμάν το 1538 επέτρεψε την χρήση του λιμανιού ως βάσης για ναυτικές επιχειρήσεις στον Ινδικό. Την ίδια χρονιά ο Χατίμ Πασάς ως ναύαρχος του Ινδικού πραγματοποιεί την πρώτη εκστρατεία με 90 γαλέρες προσπαθώντας ανεπιτυχώς να καταλάβει το πορτογαλικό οχυρό του Ντίου. Επιστρέφοντας προσάρτησε την περιοχή της Υεμένης και το στρατηγικής σημασίας λιμάνι του Αντεν. Μεταξύ 1548 και 1552 ο ελληνικής καταγωγής Πίρι Ρέις ανέλαβε τα σκήπτρα προσάρτησε το Ομάν, το Κατάρ, το Μπαχρέιν ενώ απέτυχε να αλώσει την ακρόπολη του νησιού Ορμούζ την οποίαν κατείχαν οι Πορτογάλοι. Αφήνοντας τον στόλο στη Βασόρα επέστρεψε στο Σουέζ όπου του ανακοινώθηκε η τιμωρία του γιατί εγκατέλειψε τα πλοία και αποχώρησε! Το 1552 ο ελληνικής ή αλβανικής καταγωγής Μουράτ Ρεΐς ο γηραιότερος αντιμετώπισε έναν ισχυρό πορτογαλικό στόλο. Ακολούθησε η μεγαλύτερη ναυμαχία από πλευράς συμμετοχών πλοίων και ισχύος πυρός κατά την οποία οι Οθωμανοί βύθισαν την πορτογαλική ναυαρχίδα, αλλά οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση της νίκης. Τον επόμενο χρόνο ο ναύαρχος Σειντί Αλί Ρείς (πιθανότατα ελληνικής καταγωγής από τον Γαλατά και ρίζες από την Σινώπη) τέθηκε επικεφαλής μιας όχι και τόσο καλά εξοπλισμένης ναυτικής δύναμης, η οποία αφού επιβίωσε από τοπικό τυφώνα έφθασε στην Ινδία. Ο ναύαρχος κατέληξε στην αυλή του αυτοκράτορα των Μουγκάλ Χουμαγιούλ και επέστρεψε στην Κων/πόλη μερικά χρόνια αργότερα.
    Το 1565 ο Σουλεϊμάν λίγο πριν από το θάνατό του οργάνωσε μια μεγάλη ναυτική εκστρατεία με στόχο την κατάληψη της Μάλτας και τον έλεγχο της κεντρικής Μεσογείου. Η εκστρατεία δεν υπήρξε επιτυχής και σήμανε την αρχή του τέλους της εποχής της οθωμανικής ναυτικής υπεροχής, η οποία κορυφώθηκε με την κατάκτηση της Κύπρου και την επακόλουθη ήττα στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, μετά από τον θάνατο του Σουλεϊμάν, ο οποίος είχε συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη και εμπέδωσή της. Ωστόσο οι Οθωμανοί δεν κατέθεσαν τα όπλα και συνέχισαν να επενδύουν στη ναυτική ισχύ, γεγονός που τους έδωσε την ευκαιρία να πανηγυρίσουν την τελευταία τους μεγάλη ναυτική επιτυχία έναν αιώνα αργότερα το 1669 με την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Κρήτης. Ως επιμύθιο της προσπάθειας του Σουλεϊμάν να συγκροτήσει μια ισχυρή ναυτική παρουσία σε όλες τις θάλασσες καταγράφεται η αποστολή πλοίων στην Ινδονησία, η οποία ολοκληρώθηκε από τον διάδοχό του Σελίμ Β΄, ο οποίος έστειλε στο Ατσεχ της Σουμάτρας το ναύαρχο Κούρτογλου Χιζίρ Ρεΐς.
    http://perialos.blogspot.gr/2012/09/blog-post_10.html
    Το Περί Αλός προτείνει:
    Παρακολουθήστε την εκπομπή της ΝΕΤ «Η μηχανή του Χρόνου» το σχετικό αφιέρωμα για την πραγματική ιστορία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Πιέσατε ΕΔΩ
    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
    Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι, Εκδοτική Αθηνών.
    Roger Crowley, Empire of the sea, Faber & Faber, 2008.
    Matthew Carr: Blood and Faith: The Purging of Muslim Spain, The New Press, 2009.
    R. C. Anderson, Naval Wars in the Levant 1559-1853, Princeton University Press, Princeton, 1952.
    John Guilmartin, Gunpowder and Galleys, Cambridge University Press, Cambridge, 1974.
    John F. Guilmartin, Jr.,Galleons and Galleys: Gunpowder and the Changing Face of Warfare at Sea, 1300-1650, Cassell, 2002.
  4. Οι Τουρκοκρητικοί μιλούσαν την ελληνική, τοπική κρητική διάλεκτο
    Ακόμη και οι μουσουλμάνοι πληρεξούσιοι του Ρεθύμνου ζήτησαν να απαιτείται η γνώση της ελληνικής από τους μουτεσαρίφες του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου και μετά τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878) η ελληνική γλώσσα διδάσκεται και στα μουσουλμανικά σχολεία.
    «Ο Τούρκος κύριος, γράφει ο V. Bernard, το 1897, από την πρώτη γενιά αποκτούσε κρητικόπουλα που ήταν από ράτσα και γλώσσα Έλληνες. Οι γενίτσαροι της δεύτερης γενιάς δεν ήξεραν πια ούτε λέξη τούρκικη και εδώ και ενάμιση αιώνα το νησί ολόκληρο δε μιλάει παρά ελληνικά»
    Ο Τουρκοκρητικός, σύμφωνα με τον Κ.Γ. Φουρναράκη, «ελάλει την κρητικήν διάλεκτο, εδιδάσκετο όμως την οθωμανικήν ως γλώσσαν φιλολογικήν» Έτσι, τα κείμενά τους, όταν ήταν ελληνικά, πολλές φορές, γράφονταν με τούρκικους χαρακτήρες.
    Μιλούσαν και τραγουδούσαν στα ελληνικά. Ο Ερωτόκριτος ήταν από τα αγαπημένα τους ποιήματα και πολλοί το απήγγειλαν από στήθους. Ο Ι. Κονδυλάκης, στους Τουρκοκρητικούς, γράφει: «Τα μόνα τούρκικα τα οποία γνωρίζουν, πλην, εννοείται, των ολίγων γραμματισμένων, οίτινες παραχώνουν εις τα ελληνικά των τούρκικα, ως οι κομψευόμενοι των Αθηνών γαλλικά, τα μόνα τουρκικά των είνε οι χαιρετισμοί «μερχαμπά» και «σελαμναλέκιμ», τους οποίους διαμοίβουν μόνο μεταξύ των, μικραί τινές προσευχαί από τας οποίας δεν εννούν τίποτε και τινες όρκοι και επιφωνήματα, «Για Ραμπή! Ραμπήμ Αλλά! Μαχιαλά!»
    Κάποιος Τουρκοκρητικός εξέδωσε μια μετάφραση ενός περσικού ποιήματος με τίτλο «Συμβουλαί πατρός προς υιόν»:
    «Τα πράγματά ‘νε δύσκολα, παιδί μου Αμπντουραχμάνη
    γιατί τα ρούχα τα καλά ο μάστορας τα κάνει»
    και όταν το ρώτησαν γιατί τα μετέφρασε στην κρητική διάλεκτο απάντησε: «διότι η γλώσσα αυτή, η κρητική, είναι η μητρική μου γλώσσα» Στην ελληνική, επίσης, γλώσσα, υμνούσαν τα κατορθώματα των ηρώων τους. Το τραγούδι ενός μουσουλμάνου ήρωα του 1866, από το Ηράκλειο, άρχιζε ως εξής:
    Ντελή Ξεϊνη Αξεδιανέ, ειντά τονε γραφτό σου
    Στς Αράδαινας το φάραγγα να βρης το θάνατό σου
    Στα τέλη του 19ου αι. χριστιανοί και μουσουλμάνοι φοιτούσαν σε χωριστά σχολεία. Για το χριστιανικό πληθυσμό ίσχυε η μερική υποχρεωτική φοίτηση, κάθε οικογένεια έπρεπε να στέλνει ένα τουλάχιστον παιδί στο σχολείο, ενώ για τους μουσουλμάνους ίσχυε η υποχρεωτική φοίτηση και για τα δυο φύλα. Δάσκαλος, στα μουσουλμανικά σχολεία, ήταν ο Χότζας, ο ιεροκήρυκας που εξηγούσε το Κοράνι στα τζαμιά (β. Παράρτημα, εικ.15), μαζί με κάποιον βοηθό. Το πρόγραμμα αποτελούνταν κυρίως από «ιερά μαθήματα». «Όλοι οι μαθηταί, ανεξαιρέτως, γράφει ο Κ. Φουρναράκης, ήσαν συγκεντρωμένοι εις εν και το αυτό δωμάτιον, όπου καθήμενοι οκλαδόν επί του δαπέδου και τοποθετούντες επί ενό σκίμποδος το βιβλίον εμελέτων και ανεγίνωσκον γεγωνυία τη φωνή εν διαρκεί κινήσει της κεφαλής. Εν τω δωματίω τούτω παρήγετο τοιουτοτρόπως τόσος θόρυβος όσος και κατά την ώραν της δοκιμής των μουσικών οργάνων» και συνεχίζει περιγράφοντας την πρώτη μέρα του παιδιού στο σχολείο κατά την οποία γινόταν μια μικρή τελετή στο σπίτι του μαθητή. Έντυναν το μαθητής ή τη μαθήτρια με καινούρια ρούχα και κάλυπταν το κεφάλι τους και τους ώμους με ένα διάφανο πέπλο, γύρω από το οποίο κρέμονταν «χρυσοειδή σύρματα και άλλα κοσμήματα». Ο μαθητής καθόταν σε μια γωνιά του δωματίου, όπου μια ηλικιωμένη δασκάλα του διάβαζε μια ευχή. Στη συνέχεια προσφέρονταν στους καλεσμένους σερμπέτια και γλυκά «ιδίως Ακιντέδες» και εύχονταν όλοι «Καλή πρόοδο». Μετά την αποχώρηση των ανδρών, οι γυναίκες συνόδευαν, σε πομπή με βραδύ βήμα, το μαθητή ή τη μαθήτρια, οι οποίοι «έφεραν επί της κεφαλής σκίμποδα πεποικιλμένων με σεντέφια και επ’ αυτού το Κοράνιον», στο σχολείο, όπου τελούνταν μια δοξολογία.
  5. Μια οικογένεια προσφύγων ξαναβρίσκει τις ρίζες της στην Κρήτη
    23 February 2018
    © UNHCR/Christos Tolis
    Ο Αχμέντ Ταρζαλάκης με τη γυναίκα του Γιασμίν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος που μένουν στα Χανιά αγκαλιά με την κόρη τους Φατιμά.
    ΧΑΝΙΑ, Κρήτη – Έχουν περάσει μόλις λίγοι μήνες που ο Σύρος πρόσφυγας Αχμέντ Ταρζαλάκης βρέθηκε στην Κρήτη αλλά νιώθει σαν στο σπίτι του σε αυτό το νησί της Μεσογείου, που είναι γνωστό για την άγρια ομορφιά του, την κουζίνα του και τη φιλοξενία του.
    Οι ντόπιοι συνήθιζαν αρχικά να αστειεύονται μεγαλόφωνα για το γεγονός πως ο Αχμέντ με το παχύ του μουστάκι, την αδύνατη κορμοστασιά του και το λιπόσαρκο πρόσωπο έμοιαζε πολύ με Κρητικό. Δεν περίμεναν όμως ποτέ να τον ακούσουν να τους απαντά σε άπταιστα Κρητικά, μια διάλεκτο που έμαθε από τους γονείς και τους παππούδες του στην πόλη Al-Hamidiyah της Συρίας κοντά στα σύνορα με τον Λίβανο, που ιδρύθηκε από Μουσουλμάνους πρόσφυγες της Κρήτης πριν από 120 χρόνια περίπου.
    Ο 42χρονος Αχμέντ μεγάλωσε μιλώντας ελληνικά και αραβικά, αλλά δεν μπορεί ούτε να διαβάσει ούτε να γράψει στα αραβικά, την κοινή γλώσσα της Συρίας. Για πρώτη φορά στη ζωή του βρίσκεται τώρα σε έναν τόπο που γνώριζε μόνο από τις διηγήσεις και τα τραγούδια των γεροντότερων της οικογένειας. «Αυτή είναι η γη των προγόνων μας», λέει, αν και εξακολουθεί να νοσταλγεί τη Συρία, όπως ήταν πριν τον πόλεμο.
    Λιθοξόος στο επάγγελμα, ο Αχμέντ εγκατέλειψε τη Συρία μαζί με την οικογένειά του και ήρθαν στην Ελλάδα για να διαφύγουν από τον πόλεμο που πλησίαζε με γοργά βήματα. Αρχικά κατάφεραν να φράσουν με βάρκα στη Λέσβο και στη συνέχεια στα Χανιά, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης.
    Ο Αχμέντ υποφέρει από πρόβλημα στη μέση του και από χρόνια επιληψία, παθήσεις που επηρεάζουν σοβαρά τη δυνατότητά του να εργαστεί. Ο ίδιος με την 33χρονη γυναίκα του Γιασμίν και τα τέσσερα μικρά παιδιά τους εγκαταστάθηκαν σε ένα διαμέρισμα στα Χανιά και λαμβάνουν μηνιαία οικονομική βοήθεια μέσω προπληρωμένων καρτών στο πλαίσιο του προγράμματος ESTIA της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Υ.Α.). Το πρόγραμμα, που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει ήδη βοηθήσει χιλιάδες αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες σε όλη την Ελλάδα. Χάρη στη βοήθεια του τοπικού εταίρου της Υ.Α., ο Αχμέντ έχει πρόσβαση στη νοσοκομειακή περίθαλψη που τόσο χρειάζεται.
    Με τη στήριξη αυτή η οικογένεια μπορεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή έχοντας ήδη ένα μεγάλο πλεονέκτημα λόγω της ιστορικής τους σύνδεσης με την Κρήτη. Ο Αχμέντ γεννήθηκε στην Al-Hamidiyah, όπου ζουν οι πρόγονοί του ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.
    Η μικρή αυτή πόλη ιδρύθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως καταφύγιο για τους ελληνόφωνους Μουσουλμάνους της Κρήτης που διέφυγαν στη Συρία κατά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897-98.
    «Αυτή η σφιχτοδεμένη μικρή κοινότητα που αποτελείται κυρίως από αγρότες, ψαράδες και εμπόρους, παρέμεινε ιδιαίτερα προσηλωμένη στις ελληνικές της ρίζες, ειδικά σε ό,τι αφορά στη γλώσσα», τονίζει η Δήμητρα Καμπέλη από την Αναπτυξιακή Ηρακλείου, που συντονίζει το πρόγραμμα στέγασης προσφύγων στην Κρήτη. «Αποτελούν έναν σύνδεσμο με το παρελθόν της Κρήτης».
    Το μόνο που υπενθυμίζει πια την πάλαι ποτέ παρουσία Οθωμανικών και Μουσουλμανικών επιρροών στο νησί είναι λίγα μνημεία στις μεγαλύτερες πόλεις του.
    Κάποια μέλη από την κοινότητα Al-Hamidiyah επιστρέφουν και πάλι διωγμένοι από την πατρίδα τους λόγω του πολέμου. Για τον Αχμέντ ήταν όλο και πιο δύσκολο να παρέχει τα προς το ζην στην οικογένειά του καθώς οι εμπορικές οδοί με τον Λίβανο είχαν αποκλειστεί. Αποφάσισε να πουλήσει ό,τι μπορούσε από την περιουσία του και να διακινδυνεύσει διασχίζοντας τη θάλασσα στα χέρια διακινητών για να φτάσει στην Ελλάδα. Στην Κρήτη πλέον, αυτός και η οικογένειά του βίωσαν το παράξενο συναίσθημα της οικειότητας με έναν τόπο στον οποίο δεν είχαν βρεθεί ξανά.
    Η προσαρμογή τους είναι πολύ καλή. «Μας έχουν φερθεί εδώ με καλοσύνη και σεβασμό», λέει ο Αχμέντ. Η οικογένεια ζει σε ένα λιτό διαμέρισμα στο κέντρο των Χανίων και έχουν επανενωθεί με συγγενείς τους, καθώς και τρεις αδερφές του που βρίσκονται στην Κρήτη εδώ και δύο σχεδόν χρόνια. Αποτέλεσαν σημαντική βοήθεια για αυτόν, την Γιασμίν και τα παιδιά που έχουν ήδη γραφτεί στο ελληνικό σχολείο.
    © UNHCR/Christos Tolis
    Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν δεν παύουν να είναι πολλές, με βασικότερα τα προβλήματα υγείας και τις δυσκολίες στην εύρεση εργασίας. Ο Αχμέντ όμως είναι αισιόδοξος για το μέλλον. «Ξέρω πως μπορούμε να έχουμε ένα μέλλον εδώ, πως μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Στο κάτω κάτω είναι η γη των προγόνων μας. Ανήκουμε εδώ ίσως πιο πολύ από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο», λέει.
    Στην Κρήτη, η Υ.Α., σε συνεργασία με την κυβέρνηση και τις τοπικές αρχές μέσω της Αναπτυξιακής του Δήμου Ηρακλείου, παρέχει στέγαση σε περισσότερους από 600 ανθρώπους με στόχο τη δημιουργία περίπου 750 θέσεων στέγασης σε 134 διαμερίσματα στο νησί.
    «Οι άνθρωποι αυτοί αναζητούν ένα μέρος να εγκατασταθούν, να ζήσουν ειρηνικά και να ευημερήσουν», λέει η κα Καμπέλη. «Ελπίζω να γίνει για αυτούς η Κρήτη το ασφαλές λιμάνι που ψάχνουν».
    του Χρήστου Τόλη
  6. Μαν. Πεπονάκης, «Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899)», διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1994


Δεν υπάρχουν σχόλια: