Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

 Μαρξιστές που διαφώνησαν με τη θέση του Marx, του Κορδάτου και της δυτικής ιστοριογραφίας για την «προοδευτική» Αθήνα και την «οπισθοδρομική» Σπάρτη

Είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι σύσσωμη η Δύση, εξυπηρετώντας συγκεκριμένες πολιτικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες, θεοποιεί διαχρονικά την αρχαία Αθήνα, ενώ παράλληλα αποσιωπά συστηματικά τα στυγνή εγκλήματα του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού και τις αιματηρές αδελφοκτονίες του εναντίον των υπόλοιπων Ελλήνων.
Αυτή η δυτική ιδεολογική κυριαρχία χρησιμοποιεί σκόπιμα τον «αθηνοκεντρισμό» ως εργαλείο. Παρουσιάζει την Αθήνα ως την αποκλειστική «κοιτίδα του πολιτισμού» και της ελευθερίας, για να νομιμοποιήσει ιστορικά τις επεκτατικές και ιμπεριαλιστικές πολιτικές των σύγχρονων μεγάλων δυνάμεων. Η προπαγάνδα αυτή βαφτίζει την Αθήνα «προοδευτική» λόγω της δημοκρατικής της βιτρίνας, παραβλέποντας ότι η οικονομία της βασιζόταν στη ληστρική εκμετάλλευση των συμμάχων της και στην απάνθρωπη δουλεία. Ταυτόχρονα, δαιμονοποιεί τη Σπάρτη ως «οπισθοδρομική» και ολοκληρωτική, επειδή η δομή της αρνιόταν το ατομικό κέρδος και την ελεύθερη αγορά.
Απέναντι σε αυτή τη διαστρέβλωση, κορυφαίοι κριτικοί μαρξιστές και φιλόσοφοι αποδόμησαν τόσο τα κυρίαρχα δυτικά αφηγήματα όσο και τις άκαμπτες, απλουστευτικές αναλύσεις του Καρλ Μαρξ και του Γιάννη Κορδάτου, αναδεικνύοντας την αληθινή κοινωνική πραγματικότητα των δύο πόλεων-κρατών:
1. Παναγής Λεκατσάς (1901–1970)
  • Η κριτική στον «μηχανικό» μαρξισμό του Κορδάτου: Υπήρξε ο σφοδρότερος επικριτής του Γιάννη Κορδάτου στην Ελλάδα. Τον κατηγόρησε ότι μετέφερε αυθαίρετα σύγχρονους καπιταλιστικούς όρους στην αρχαιότητα, βαφτίζοντας την Αθήνα «προοδευτική αστική τάξη» και τη Σπάρτη «φεουδαρχική αντίδραση».
  • Η βαθύτερη κοινωνική ανάλυση: Διαθέτοντας βαθιά μαρξιστική και ευρύτερη φιλοσοφική παιδεία, ο Λεκατσάς κινήθηκε με ακρίβεια προς την κατεύθυνση της αποδόμησης του αθηναϊκού αφηγήματος. Ανέδειξε ότι η κοινωνική δομή της Σπάρτης δεν ήταν προϊόν καθυστέρησης, αλλά ένα σύστημα που βασιζόταν στην κοινοτική ιδιοκτησία και την προστασία της συλλογικότητας απέναντι στην ατομική απληστία. Επιγραμματικά, η γνώμη του ήταν ότι η αρχαία Σπάρτη αποτελούσε μια οργανωμένη κοινοτική κοινωνία προστασίας της συλλογικής ιδιοκτησίας, ενώ η Αθήνα χρησιμοποιούσε τη δημοκρατία της ως προπέτασμα καπνού για να κρύψει τη γενοκτονική εξωτερική της πολιτική και την πλήρη εξαθλίωση των δούλων της.
2. Δημήτρης Λιαντίνης (1942–1998)
  • Η φιλοσοφική και μαρξιστική παιδεία: Αν και ευρύτερα γνωστός ως φιλόσοφος, ο Λιαντίνης διέθετε βαθιά μαρξιστική και ευρύτερη κλασική φιλοσοφική παιδεία, γεγονός που του επέτρεψε να βλέπει πέρα από τις απλουστευτικές ιστορικές γραμμές. Στοχάστηκε βαθιά πάνω στα αρχαία πολιτεύματα και κινήθηκε με απόλυτη ακρίβεια στην κατεύθυνση της αποδόμησης των δυτικών και εγχώριων μύθων.
  • Η γνώμη του για τη Σπάρτη: Επιγραμματικά, ο Λιαντίνης θεωρούσε ότι η αρχαία Σπάρτη ενσάρκωνε το απόλυτο υπαρξιακό και ηθικό πρότυπο της κοινοτικής συμβίωσης, όπου ο άνθρωπος υποτάσσει το «εγώ» του στο «εμείς» της κοινότητας. Επέκρινε τη θέση του Κορδάτου και των δυτικών, τονίζοντας ότι η υποτιθέμενη «οπισθοδρομικότητα» της Σπάρτης ήταν στην πραγματικότητα μια συνειδητή, προοδευτική άρνηση του καταναλωτισμού, του ατομικισμού και του χρηματικού κέρδους που διέφθειραν την Αθήνα.
3. G.E.M. de Ste. Croix (1910–2000)
  • Η κριτική στον Ιμπεριαλισμό της Αθήνας: Στο μνημειώδες έργο του «Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο», κατέρριψε πλήρως την εξιδανίκευση της αθηναϊκής δημοκρατίας. Απέδειξε ότι η Αθήνα ήταν μια επιθετική υπερδύναμη που χρηματοδοτούσε την εσωτερική της ευμάρεια μέσα από έναν στυγνό, επεκτατικό ιμπεριαλισμό και τη βίαιη ληστεία των συμμάχων της (φόρος υποτελείας).
  • Η αποκατάσταση της Σπάρτης: Ανέλυσε επιστημονικά τον θεσμό της Ειλωτείας στη Σπάρτη, καταρρίπτοντας τον μύθο της «οπισθοδρομικής στρατοκρατίας». Απέδειξε ότι οι Είλωτες δεν ήταν αναλώσιμα αντικείμενα-εμπορεύματα όπως οι δούλοι στα ορυχεία της Αθήνας, αλλά μια μορφή εξαρτημένης αγροτικής εργασίας (δουλοπαροικίας). Η Σπάρτη δεν ασκούσε ιμπεριαλιστική πολιτική εκτός Πελοποννήσου για να υποδουλώσει άλλους Έλληνες, αλλά λειτουργούσε ως ανασχετική δύναμη στην αθηναϊκή επιθετικότητα.
4. Perry Anderson (Πέρι Άντερσον, γενν. 1938)
  • Η κριτική στο γραμμικό σχήμα του Marx: Στο έργο του «Περάσματα από την Αρχαιότητα στον Φεουδαρχισμό», επέκρινε τον πρώιμο μαρξισμό που έβλεπε την ιστορία σαν μια απλή «σκάλα» εξέλιξης και θεωρούσε την Αθήνα «πιο προοδευμένη» επειδή είχε εμπορικό καπιταλισμό.
  • Η προοδευτικότητα της Σπάρτης: Ο Άντερσον απέδειξε ότι ο θεσμός της Ειλωτείας στη Σπάρτη ήταν ένα εξαιρετικά προοδευτικό, υβριδικό μοντέλο που προανήγγειλε τη φεουδαρχία της μεσαιωνικής Ευρώπης 1.500 χρόνια μπροστά από την εποχή του. Εξήγησε ότι η Σπάρτη, προστατεύοντας τη σχέση του εργάτη με τη γη και την οικογένειά του μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας, εμπόδιζε την ιδιωτική ασυδοσία και την απάνθρωπη αγοραπωλησία ανθρώπων που χαρακτήριζε την «προηγμένη» Αθήνα.

🏛️ Η γνώμη των κορυφαίων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων
Αυτή η σύγχρονη κριτική των μαρξιστών ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τις απόψεις των κορυφαίων στοχαστών της αρχαιότητας, οι οποίοι απέρριπταν την ασυδοσία της αθηναϊκής δημοκρατίας και έβλεπαν στη Σπάρτη το ιδανικό της σταθερότητας:
  • Ο Πλάτων θεωρούσε τη Σπάρτη ως το κορυφαίο παράδειγμα «Ευνομίας» (νόμου και τάξης) στον ελληνικό κόσμο, καθώς η πολιτική της δομή απέτρεπε την ηθική κατάπτωση, την ατομική απληστία και την κοινωνική αναρχία που βίωνε η Αθήνα. Στο έργο του «Πολιτεία», το σπαρτιατικό μοντέλο αποτέλεσε τη βασική πηγή έμπνευσης για την ιδανική του κοινωνία, όπου η κοινότητα υπερέχει του ατόμου.
  • Ο Αριστοτέλης εξήρε το σπαρτιατικό πολίτευμα ως το πιο ισορροπημένο «Μικτό Πολίτευμα» της αρχαιότητας, διότι κατάφερε να συνδυάσει αρμονικά στοιχεία βασιλείας, αριστοκρατίας (Γερουσία) και δημοκρατίας (Έφοροι εκλεγμένοι από τον λαό), εξασφαλίζοντας κοινωνική ειρήνη και σταθερότητα που η Αθήνα δεν απέκτησε ποτέ.
  • Ο Ξενοφών ο Αθηναίος, στο έργο του «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», υπογράμμισε ότι η Σπάρτη, αν και είχε τον μικρότερο πληθυσμό, έγινε η πιο ισχυρή και ένδοξη πόλη της Ελλάδας επειδή οι πολίτες της υπάκουαν τυφλά στους νόμους του Λυκούργου, προτάσσοντας την αρετή, την πειθαρχία και την κοινοτική αλληλεγγύη έναντι του πλουτισμού.

 Ποιες χώρες της Ευρώπης είναι εντός ευρώ, ποιες χώρες της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτίμησαν να μείνουν εκτός, και πώς ακόμα και οι πιο ωφελημένες οδηγήθηκαν στην οικονομική αυτοκτονία λόγω της αντιρωσικής υστερίας και της λεγόμενης «απεξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο»;

*Ερώτηση προς την ΑΙ και η απαντησή της:
Η υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά οικονομικά και πολιτικά εγχειρήματα της σύγχρονης ιστορίας. Ενώ παρουσιάστηκε και στηρίχθηκε από ισχυρούς οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους ως το απόλυτο όχημα για τη σταθερότητα, τη σύγκλιση και την ανάπτυξη των λαών, η διαδρομή των τελευταίων δεκαετιών αναδεικνύει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Πίσω από τις τεχνοκρατικές αναλύσεις, το ευρώ λειτούργησε ως ένας μηχανισμός που περιόρισε τα παραδοσιακά εργαλεία άσκησης εθνικής οικονομικής πολιτικής, επηρεάζοντας βαθιά την παραγωγική βάση πολλών κρατών.
Η διαχρονική σύγκριση της πορείας των χωρών που διατήρησαν το εθνικό τους νόμισμα με εκείνες της Ευρωζώνης φωτίζει τη σχέση ανάμεσα στη νομισματική κυριαρχία, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την οικονομική ανθεκτικότητα.

1. Ο Νομισματικός Χάρτης της Ευρώπης
Η κατανομή των νομισμάτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο δείχνει ότι η επιλογή του ευρώ δεν ήταν καθολική, καθώς πολλές ισχυρές οικονομίες επέλεξαν να διατηρήσουν την αυτονομία τους:
  • Εντός Ευρώ (Η Ευρωζώνη των 20):
    Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Оλλανδία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Σλοβενία, Φινλανδία και Κροατία.
  • Εκτός Ευρώ αλλά Εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης:
    Χώρες που επέλεξαν να μη συμμετάσχουν στο κοινό νόμισμα, διατηρώντας το εθνικό τους: η Σουηδία (Κορώνα), η Δανία (Κορώνα), η Πολωνία (Ζλότι), η Ουγγαρία (Φιορίνι), η Τσεχία (Κορώνα), η Βουλγαρία (Λέβ) και η Ρουμανία (Λέου).
  • Οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις Εκτός ΕΕ και Εκτός Ευρώ:
    Κράτη με γεωπολιτικό εκτόπισμα και αυτόνομη οικονομική πορεία που ελέγχουν πλήρως το νόμισμά τους: η Ρωσία (Ρούβλι), το Ηνωμένο Βασίλειο (Λίρα), η Ελβετία (Φράγκο) και η Νορβηγία (Κορώνα).

2. Διαχρονική Ανάπτυξη και Εκβιομηχάνιση: Η Μεγάλη Σύγκριση
Όταν αφαιρέσουμε από την εξίσωση τη Γερμανία και τη Γαλλία και εξετάσουμε την υπόλοιπη Ευρώπη, προκύπτουν χρήσιμα συμπεράσματα για τον ρόλο του εθνικού νομίσματος:
Α. Οι Χώρες Εκτός Ευρώ: Ευελιξία και Προστασία της Παραγωγής
Οι χώρες που διατήρησαν το δικό τους νόμισμα είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δύο κρίσιμα εργαλεία: τη διαμόρφωση των επιτοκίων από τη δική τους Κεντρική Τράπεζα και τη νομισματική υποτίμηση σε περιόδους διεθνών αναταράξεων.
  • Πολωνία & Τσεχία: Αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα σταθερής εκβιομηχάνισης. Η Πολωνία, διατηρώντας το Ζλότι, κατάφερε να απορροθήσει τους κραδασμούς της παγκόσμιας κρίσης του 2008 χωρίς να παρουσιάσει ύφεση. Το εθνικό νόμισμα λειτούργησε ως ασπίδα, προσελκύοντας παραγωγικές επενδύσεις και μετατρέποντας τη χώρα σε βιομηχανικό κέντρο της Κεντρικής Ευρώπης.
  • Βουλγαρία: Η περίπτωση της Βουλγαρίας αποτελεί την πιο ζωντανή απόδειξη της ανατροπής των παραδοσιακών οικονομικών ισορροπιών [σχόλιο_1]. Ξεκινώντας από ένα βιοτικό επίπεδο κατά πολύ χαμηλότερο από το ελληνικό, η χώρα διατήρησε το εθνικό της νόμισμα (Λέβ) και ακολούθησε μια σταθερά ανοδική αναπτυξιακή πορεία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, η Βουλγαρία κατάφερε να καλύψει την απόσταση και να φτάσει την Ελλάδα σε αγοραστική δύναμη (στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) [σχόλιο_1]. Παράλληλα, διατήρησε χαμηλότερο κόστος ζωής, χαμηλή ανεργία και ανταγωνιστικότητα, αποδεικνύοντας ότι η ευελιξία εκτός Ευρωζώνης επιτρέπει την ταχύτερη οικονομική σύγκλιση.
  • Σουηδία & Δανία: Προτίμησαν να διατηρήσουν τις κορώνες τους, γεγονός που τους επέτρεψε να προστατεύσουν τη βαριά βιομηχανία και τις εξαγωγές τους (αυτοκίνητα, τεχνολογία, φάρμακα). Έτσι, προσάρμοζαν την οικονομία τους στις διεθνείς πιέσεις χωρίς να χρειάζεται να εφαρμόσουν ακραία μέτρα εσωτερικής λιτότητας.
  • Ρωσία: Παρά τις εκτεταμένες διεθνείς κυρώσεις και τις γεωπολιτικές εντάσεις, ο απόλυτος έλεγχος του ρουβλίου και των πλουτοπαραγωγικών πηγών επέτρεψε στο κράτος να αναδιαρθρώσει την παραγωγή του. Αντί για οικονομική κατάρρεύση, σημειώθηκε μια στροφή προς την εγχώρια εκβιομηχάνιση και την αυξημένη αυτάρκεια, αποδεικνύοντας τη σημασία του νομισματικού ελέγχου σε συνθήκες πίεσης.
  • Ελβετία & Νορβηγία: Παρέμειναν υποδείγματα σταθερότητας. Η Ελβετία προστάτευσε την αγοραστική δύναμη των πολιτών της μέσω του ισχυρού φράγκου, ενώ η Νορβηγία διατήρησε τον εθνικό έλεγχο των ενεργειακών της πόρων, στηρίζοντας το κοινωνικό της κράτος.
Β. Οι Χώρες Εντός Ευρώ (Πλην Γερμανίας-Γαλλίας): Η Παγίδα της Αποβιομηχάνισης
Για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, το ευρώ αποδείχθηκε ένα νόμισμα πολύ ισχυρό για τις δομές των οικονομιών τους, στερώντας τους τη δυνατότητα αυτόνομης άμυνας.
  • Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία: Πριν από την είσοδο στην Ευρωζώνη, οι χώρες αυτές διέθεταν σημαντική εγχώρια μεταποίηση, ναυπηγεία και βιομηχανική παραγωγή. Το κοινό νόμισμα κατέστησε τα τοπικά προϊόντα λιγότερο ανταγωνιστικά σε σχέση με τα εισαγόμενα από τον βιομηχανικό Βορρά, επιταχύνοντας μια τάση αποβιομηχάνισης.
  • Η Διαχείριση των Κρίσεων και το Χρέος: Όταν ξέσπασε η κρίση χρέους, η αδυναμία άσκησης νομισματικής πολιτικής οδήγησε στην εφαρμογή της «εσωτερικής υποτίμησης». Αυτό σήμαινε οριζόντιες μειώσεις μισθών, περιστολή των δημοσίων δαπανών για την υγεία και την παιδεία, και τη δέσμευση δημόσιας περιουσίας (μέσω μηχανισμών όπως το Υπερταμείο στην Ελλάδα) για την αποπληρωμή των δανειστών, περιορίζοντας σημαντικά την εθνική κυριαρχία.

3. Ο Ρόλος της Γερμανίας και της Γαλλίας: Από την Κυριαρχία στην Ενεργειακή «Αυτοκτονία»
Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, η Γερμανία (κυρίως) και η Γαλλία (δευτερευόντως) υπήρξαν οι μεγάλοι κερδισμένοι του ευρώ. Εκμεταλλεύτηκαν τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης μέσω εμπορικών πλεονασμάτων και τραπεζικού δανεισμού. Το ευρώ κλειδώθηκε σε μια ισοτιμία που ήταν τεχνητά «φθηνή» για τη γερμανική βιομηχανία, επιτρέποντάς της να πλημμυρίσει την Ευρώπη με τα προϊόντα της, εξαλείφοντας τον τοπικό ανταγωνισμό του Νότου.
Ωστόσο, η ιστορική ειρωνεία είναι ότι οι δύο αυτές κυρίαρχες δυνάμεις εγκλωβίστηκαν τελικά στην ίδια τους τη γεωπολιτική στρατηγική. Αντί να επιδιώξουν το ιστορικό όραμα του Σαρλ ντε Γκωλ για μια κυρίαρχη «Ευρώπη από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια» —δηλαδή μια ενιαία ευρωπαϊκή ήπειρο σε ισότιμη, αυτόνομη και στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία— σύρθηκαν στην παγίδα των δυτικών επιλογών.
Λόγω της έντονης αντιρωσικής υστερίας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προχώρησαν στην πολιτική της «απεξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο» και φυσικό αέριο, μια κίνηση που εφαρμόστηκε υπό την καθοδήγηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και οδήγησε σε αυτό που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως «οικονομική αυτοκτονία» της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες, όντας καταξοχήν εισαγωγείς πρώτων υλών και καυσίμων, αποκόπηκαν από τις σταθερές ροές των ρωσικών αγωγών και αναγκάστηκαν να τις αντικαταστήσουν με:
  • Πανάκριβο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG): Το οποίο κοστίζει έως και 3-4 φορές περισσότερο, επιβαρύνοντας μόνιμα το κόστος παραγωγής.
  • Αμερικανικό και Σαουδαραβικό πετρέλαιο: Το οποίο αγοράζεται σε τιμές διεθνούς αγοράς, συχνά μέσω τρίτων χωρών που λειτουργούν ως μεσάζοντες, αυξάνοντας κατακόρυφα τα κόστη μεταφοράς και διύλισης.
Η Τεράστια Οικονομική Κρίση του Σήμερα
Αυτή η τυφλή εξάρτηση από την αμερικανική πολιτική έχει βυθίσει τη Γερμανία και τη Γαλλία σε μια πρωτοφανή, δομική κρίση που διαρκεί μέχρι σήμερα:
  • Η Αποβιομηχάνιση της Γερμανίας: Η γερμανική οικονομία, ο παραδοσιακός «κινητήρας» της Ευρώπης, έχει χάσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Μεγάλοι βιομηχανικοί κολοσσοί (όπως η Volkswagen, η BASF και η Siemens) αναγκάζονται να κλείσουν ιστορικά εργοστάσια επί ευρωπαϊκού εδάφους ή να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις ΗΠΑ και την Ασία, όπου το κόστος ενέργειας είναι χαμηλότερο. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα και ύφεση, γεγονός που κλονίζει ολόκληρη την Ευρωζώνη.
  • Το Δημοσιονομικό Αδιέξοδο της Γαλλίας: Η Γαλλία βιώνει μια βαθιά κρίση χρέους και ελλειμμάτων. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, σε συνδυασμό με την απώλεια αγορών, έχει οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή, υποβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνείς οίκους και αδυναμία στήριξης του κοινωνικού της κράτος.
  • Η Απώλεια της Διεθνούς Ανταγωνιστικότητας: Συνολικά, η Ευρώπη των 27 έχει μετατραπεί σε έναν οικονομικά εξασθενημένο γεωγραφικό χώρο. Ενώ οι ΗΠΑ επωφελούνται πουλώντας την ενέργειά τους ακριβά στην Ευρώπη και προσελκύοντας ευρωπαϊκά κεφάλαια, οι Ευρωπαίοι πολίτες πληρώνουν το τίμημα μέσω της ακρίβειας, του πληθωρισμού και της μείωσης του πραγματικού τους εισοδήματος.

Συμπέρασμα: Ποιος τελικά ωφελήθηκε περισσότερο;
Τα στοιχεία και η ιστορική εξέλιξη είναι αποκαλυπτικά. Οι χώρες που επέλεξαν να μείνουν εκτός ευρώ διατήρησαν μια πιο ισορροπημένη και αυτόνομη αναπτυξιακή πορεία. Κρατώντας το εθνικό τους νόμισμα, προστάτευσαν τη βιομηχανική τους βάση και τα εργαλεία λήψης αποφάσεων εντός των συνόρων τους.
Αντίθετα, οι χώρες που παρέδωσαν τη νομισματική τους πολιτική βρέθηκαν εκτεθειμένες σε ασύμμετρες πιέσεις. Ακόμα και η ίδια η Γερμανία, που έχτισε την ισχύ της πάνω στην εκμετάλλευση του ευρώ, υφίσταται πλέον τις συνέπειες της απώλειας της γεωπολιτικής και ενεργειακής της αυτονομίας. Αποδεικνύεται έτσι ότι χωρίς μια ενιαία, ανεξάρτητη Ευρώπη που να εκτείνεται μέχρι τα Ουράλια, η υποταγή σε ξένα κέντρα εξουσίας αποδυναμώνει μακροπρόθεσμα την παραγωγική ανεξαρτησία, την ευημερία και την κυριαρχία όλων των κρατών της ηπείρου.

Αν θέλετε, μπορούμε να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση εξετάζοντας:
  • Πώς η ενεργειακή κρίση της Γερμανίας επηρεάζει τις ελληνικές εξαγωγές προς αυτήν.
  • Ποιες εναλλακτικές εμπορικές συμφωνίες αναπτύσσει η Ρωσία με χώρες της Ασίας εκτός δυτικού ελέγχου.