Του Κωνσταντίνου Γαβριήλ, Εκπαιδευτικός

Στο ιατρικό συνέδριο στο Αμβούργο, ο συντονιστής προλόγιζε τον κ. Έλερβάιν, γιατρό και συγγραφέα του βιβλίου με τίτλο: ‘Στο κατώφλι της αιώνιας ζωής’. Δίπλα από το βάθρο του ομιλητή βρισκόταν η οργανωτική επιτροπή και πίσω από αυτή ένας πίνακας όπου αναγραφόταν με μεγάλα γράμματα ο τίτλος του συνεδρίου: Παράταση ζωής – Πιθανότητα ή Ουτοπία; Ο Έλερβάιν, ένας μεσήλικας ευθυτενής γιατρός, χάριζε το χαμόγελό του απλόχερα στους συνέδρους καθώς κατέβαινε τις σκάλες προς το βάθρο. Ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος στους ηλικιωμένους που τους εγκαταλείπουν οι συγγενείς τους. Τόνισε πως οι ηλικιωμένοι δεν είναι περιττό βάρος σε μια κοινωνία, αντιθέτως, θα πρέπει οι άνθρωποι να ονειρευτούν συνειδητά την αύξηση του προσδόκιμου χρόνου ζωής.

Όμως δεν ήταν γραφτό να ολοκληρώσει το συλλογισμό του. Ένας σύνεδρος τον διέκοψε, ενημερώνοντάς τον ότι πήγαν στο νοσοκομείο έναν φίλο του. Έτσι, ο γιατρός έφυγε εσπευσμένα για το νοσοκομείο. Εκεί τον υποδέχτηκε μια νοσοκόμα, γνωστή του από παλιά. Χαιρετήθηκαν εγκάρδια και θυμήθηκαν το Marburg, τότε που είχαν συνεργαστεί ξανά. Όμως τα νέα δεν ήταν ευχάριστα, καθώς ο φίλος του δεν τα κατάφερε να κρατηθεί στην ζωή. Και δεν ήταν το μοναδικό άσχημο νέο. Η φίλη του, τον ενημέρωσε ότι τις τελευταίες οκτώ μέρες υπήρξαν κάποιοι ανεξήγητοι θάνατοι. Μερικές δεκάδες άνθρωποι είχαν χάσει ξαφνικά την ζωή τους και τους έβρισκαν σε εμβρυακή στάση. Μάλιστα η τάση έδειχνε επικίνδυνα αυξητική.

Τα ανησυχητικά νέα δεν άργησαν να διαδοθούν σε όλο το Αμβούργο. Σειρήνες ακούγονταν συνεχώς, υγειονομικοί με την συμβολή της αστυνομίας, όλοι φορώντας ειδικές στολές, έκαναν επισκέψεις σε γειτονιές και έθεταν πολίτες σε καραντίνα. Ο κόσμος φοβισμένος αντιδρούσε υπερβολικά. Λόγω της έκτακτης αυτής κατάστασης που προέκυψε στο Αμβούργο, συγκλήθηκε ένα Συμβούλιο μεταξύ ειδικών. Ο Έλερβάιν ήταν και αυτός καλεσμένος μαζί με άλλους γιατρούς. Επικεφαλής της ομάδας αυτής, ήταν ένας ψηλός ηλικιωμένος με γυαλιά και αυστηρό, βλοσυρό βλέμμα.

Μόλις συγκεντρώθηκαν καμιά δεκαριά επιστήμονες, ο επικεφαλής έδωσε πρώτα τον λόγο σε κάποιον ηλικιωμένο γιατρό, ο οποίος αναρωτήθηκε:

– “Το θέμα, συνάδελφοι είναι πως μεταδίδεται η ασθένεια. Από τον αέρα; Την φυσική επαφή ή το φαγητό; Αλλά και τα κατοικίδια μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς.”

Μια γυναίκα πετάχτηκε κάνοντας μια υπόθεση:

– “Θα μπορούσε να είναι ένας συνθετικός ιός από εργαστήριο;”

– “Απίθανο”, την σταμάτησε ο πρόεδρος της επιτροπής.

– “Γιατί είναι απίθανο;” απάντησε ενοχλημένος κάποιος άλλος επιστήμονας, σχετικά νέος. “Κάνουν τέτοιες μελέτες κάτω από απόλυτη μυστικότητα.”

– “Παρακαλώ, ηρεμία”, είπε ο Έλερβάιν. “Όχι πολύ παλιά, χημικοί παράγοντες εξαφανίστηκαν από εγκαταστάσεις του στρατού στο Μάνστερ. Ίσως θα πρέπει να βρούμε την σύνθεση των τοξινών.”

Εκείνη την στιγμή ένας άλλος γιατρός μπήκε στην αίθουσα, σκεπασμένος από πάνω μέχρι κάτω με ένα σελοφάν. Ο πρόεδρος της επιτροπής τον καλωσόρισε και ρώτησε την γνώμη του για τα περιστατικά.

– “Όλα δείχνουν μολυσματικό μικρόβιο”, απάντησε αυτός. “Το ότι δεν έχουμε βρει ακόμα κάποιο αποτέλεσμα, δεν έρχεται σε αντίθεση με την άποψή μου”, συμπλήρωσε.

– “Ούτε την αποδεικνύει”, πετάχτηκε κάποιος άλλος.

– “Κύριοι, το κοινό ζητά άμεσα μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας”, απάντησε ο πρόεδρος της επιτροπής προσπαθώντας να προστατέψει τον νεοφερμένο γιατρό με το σελοφάν.

– “Πως θα πολεμήσουμε κάτι που δεν ξέρουμε;”, αναρωτήθηκε ένας γιατρός που δεν είχε μιλήσει ξανά.

Ο γιατρός με το σελοφάν που φάνηκε να έχει την εύνοια του προέδρου, πήρε το λόγο:

– “Δεν είναι ακριβές πως δεν μπορούμε να παλέψουμε μια αρρώστια που δεν ξέρουμε. Προτείνω να εγχύσουμε ευρέως φάσματος ιοστατικούς παράγοντες στον πληθυσμό του Αμβούργου.”

– “Αυτό είναι αποτρόπαιο”, απάντησε ο Έλερβαιν έκπληκτος από την πρόταση του ειδικού.

– “Αποτρόπαια είναι η αρρώστια συνάδελφε”, αρκέστηκε να απαντήσει αυτός.

Ο Ελερβάιν συνέχισε:

– “Είναι βολικό να υποθέσουμε μια ιογενή λοίμωξη αλλά ποιος θα σταθεί δίπλα μας αν δεν είναι ιός; Με αυτά τα μέτρα που υιοθετούμε θα χάσουμε την ευκαιρία να βρούμε την αιτία του φαινομένου.”

– “Δεν μπορούμε να περιμένουμε βδομάδες ή μήνες μέχρι να βρεις την αιτία.”, είπε με αγένεια ο πρόεδρος. “Νομίζω πως μόνο η πρόταση του συναδέλφου, μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε κάτι.”, προκρίνοντας την πρόταση του γιατρού με το σελοφάν.

Ο Ελερβάιν απάντησε κάπως εκνευρισμένος:

– “Τότε εάν μας καλέσατε για να δώσουμε τις ευλογίες μας στην απόφασή σας, παρακαλώ συγχωρέσετε με…”, και έφυγε από το δωμάτιο.

Περπατούσε στους δρόμους του Αμβούργου χαμένος στις σκέψεις του. Σκέφτηκε να μιλήσει σε ένα φίλο του για να ακούσει και μια άλλη ιατρική γνώμη. Έτσι, μπήκε σε ένα μπαρ που βρήκε στον δρόμο του για να τηλεφωνήσει. Οι θαμώνες συζητούσαν για την επιδημία και κάποιος είπε πως τρομοκράτες είχαν δηλητηριάσει το νερό. Καθώς τηλεφωνούσε ο γιατρός είδε από το παράθυρο του μπαρ κάποιον να σωριάζεται στο έδαφος και αργά αργά πήρε την εμβρυακή στάση. Έτρεξε έξω, τον άγγιξε, προσπαθώντας να τον εξετάσει. Εκείνη την ώρα κατέφτασε ένα ασθενοφόρο και η αστυνομία. Μάζεψαν τον νεκρό άνδρα, αλλά ανάγκασαν και τον γιατρό να μπει στο ασθενοφόρο επειδή τον είχε αγγίξει.

Τον οδήγησαν σε ένα κτίριο που είχε διαμορφωθεί για να απομονώσει τα ύποπτα περιστατικά. Ο Έλερβάιν προσπάθησε να ηρεμήσει σε ένα αίθριο και να απομονωθεί στις σκέψεις του. Το κτίριο ήταν γεμάτο και ο κόσμος πηγαινοερχόταν εκνευρισμένος. Φώναζαν για τις συνθήκες που επικρατούσαν. Δεν τους άφηναν ούτε να τηλεφωνήσουν εκτός πόλης. Μόνο μια νεαρή κοπέλα έδειχνε αρκετά ήρεμη. Η ηρεμία της και η ομορφιά της, τράβηξαν το βλέμμα του γιατρού. Έπιασαν κουβέντα και του εξιστόρησε με ποιον τρόπο βρέθηκε στην καραντίνα. Την έλεγαν Ουλρίκε, έψαχνε για δουλειά, όταν η γειτονιά της θεωρήθηκε επίκεντρο της μόλυνσης από τις αρχές. Έτσι την έφεραν στην δομή μαζί με ένα γνωστό της πλανόδιο ψήστη.

Την κουβέντα τους διέκοψε ο θάνατος μιας ηλικιωμένης που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Ο Έλερβάιν έβαλε τις φωνές στους υπεύθυνους για τον τρόπο διαχείρισης της κατάστασης:

– “Δεν μπορούμε να θέσουμε την αρρώστια έτσι υπό έλεγχο. Κοιτάξτε τον κόσμο γύρω σας. Αυτοί ετοιμάζονται εικονικά για την αρρώστια…”

Οι άνθρωποι φώναζαν, επιτίθονταν στους διαχειριστές. Έσπαγαν τζαμαρίες με αντικείμενα προσπαθώντας να ξεφύγουν. Ο πλανόδιος ψήστης, μέσα σε όλον αυτό το χαμό, φώναξε στην Ουλρίκε να αποδράσουν από ένα παράθυρο. Απέξω τους περίμενε ένας νάνος σε αναπηρικό καροτσάκι, φίλος του ψήστη. Είχε φέρει το βανάκι του ψήστη έξω από το παράθυρο. Τελικά επιβιβάστηκαν, παίρνοντας μαζί και τον γιατρό.

Οι τέσσερίς τους μέσα στο βανάκι προσπαθούσαν να διαφύγουν από το Αμβούργο. Μπλόκα της αστυνομίας υπήρχαν παντού, που εμπόδιζαν την έξοδο. Ο κόσμος προσπαθούσε να διαφύγει αλλά τους συλλάμβαναν. Τελικά βρήκαν έναν παράδρομο να ξεφύγουν και μόλις τα κατάφεραν, σταμάτησαν σε ένα ασφαλές σημείο. Οι επιβάτες ήταν εξαντλημένοι από τα δραματικά γεγονότα που ζούσαν. Ευτυχώς ο ψήστης είχε φαγητό στο βανάκι, το οποίο μοιράστηκε με τον ανάπηρο νάνο, την Ουλρίκε και τον γιατρό. Αφού χαλάρωσαν, ο ψήστης ρώτησε τον Έλερβάιν:

– “Λοιπόν γιατρέ τι είδους ασθένεια είναι αυτή;”

– “Μακάρι να ήξερα”, απαντά αυτός. “Φαντάσου όμως ότι παίρνουμε ένα ποντίκι, το κλείνουμε σε ένα κλειστό κλουβί, το ταΐζουμε μη ισορροπημένη τροφή, το ψύχουμε. Το ποντίκι επιβιώνει… Μετά κάνουμε το κλουβί μικρότερο, χαμηλώνουμε την θερμοκρασία, δηλητηριάζουμε το φαγητό του με μεταλλικά στοιχεία, μόλυβδο, υδράργυρο, το ποντίκι δεν πεθαίνει ακόμα… Το δηλητηριάζουμε με μεγαλύτερη δόση, χαμηλώνουμε περισσότερο την θερμοκρασία, καταστρέφουμε τον κιρκάδιο ρυθμό του, ανοιγοκλείνοντας συνεχώς έντονα φώτα. Στρεσάρουμε το ποντίκι με υψηλές συχνότητες και ξαφνικά το ποντίκι πεθαίνει… Τι προκάλεσε το θάνατό του;”

– “Σιχάθηκα τα λουκάνικα”, είπε ο ψήστης με μια αποστροφή και σταμάτησε να τρώει. “Για μένα είναι διαδικασία κάθαρσης. Η φύση βοηθά τον εαυτό της, μόνο οι δυνατοί θα επιβιώσουν. Πως λέγεται αυτό; Φυσική επιλογή… Έχει και καλά στοιχεία.. Κάνει χώρο για τους υπόλοιπους.”

Ο νάνος στο αναπηρικό καροτσάκι φώναξε:

– “Οι υγιείς είναι κακοί, συμπεριφέρονται άσχημα στους άρρωστους. Ο τρόμος των γιατρών αλλά και των επίσημων διωκτών: Κάποτε ο θυμός των υγιών κατευθυνόταν σε αρρώστους. Τώρα τα τρομπόνια ηχούν αποδίδοντας δικαιοσύνη και ξεσκεπάζουν τους υγιής ως αρρώστους.”, και γέλασε δυνατά…

Αφού ξεκουράστηκαν, συνέχισαν το ταξίδι τους. Έφτασαν σε ένα χωριό που έδειχνε ερημωμένο. Αργότερα κατάλαβαν και τον λόγο… Σε διάφορα σημεία έβρισκαν νεκρούς, που όμως δεν ήταν σε εμβρυακή στάση. Ο ψήστης τους είπε φοβισμένος να μείνουν μέσα στο βαν αλλά ο γιατρός πετάχτηκε έξω να ελέγξει έναν πεθαμένο. Δεν μπορούσε να καταλάβει την αιτία του θανάτου, αλλά αναρωτήθηκε γιατί πέθαναν όλοι την ίδια στιγμή. Έβρισκαν νεκρούς στο δρόμο, στα σπίτια, στις δουλειές. Η Ουλρίκε που είχε βγει και αυτή από το αυτοκίνητο και τον ακολούθησε σε ένα σπίτι, ρώτησε τον Έλερβάιν:

– “Θεωρείς ότι η ασθένεια είναι μεταδοτική;”

– “Ποια είναι η έννοια του μεταδοτικού;” της απάντησε αυτός. “Δεν είναι μόνο οι ιοί μεταδοτικοί. Είναι τα βακτήρια, η ραδιενέργεια, ακόμα και το κλίμα μπορεί να είναι μεταδοτικό. Τα συναισθήματα, το πάθος…”, και κοίταξε την Ουλρίκε στα μάτια, η οποία όμως τον επανέφερε στην δυστοπική πραγματικότητα:

– “Ναι αλλά εδώ μιλάμε για νεκρούς.”

– “Τα συναισθήματα και το πάθος έφεραν περισσότερους νεκρούς από τον Μαύρο θάνατο”, της απάντησε και έμεινε σκεπτικός.

Επικρατούσε ησυχία, όταν ο γιατρός έδειξε να ακούει κάτι…

– “Νόμισα ότι άκουσα μια περίεργη μουσική, έναν ήχο”, είπε στην Ουλρίκε.

Δεν έδωσε όμως περισσότερη σημασία και συνέχισαν να ψάχνουν το σπίτι που είχαν μπει για να βρουν περισσότερα στοιχεία για το θανατικό που επικρατούσε. Μπήκαν σε ένα δωμάτιο και είδαν τρεις ανθρώπους, ο ένας πάνω στον άλλο με τραύματα, ίχνη από γρατσουνιές και χτυπήματα, σαν να είχαν τσακωθεί και πέθαναν εκείνη τη στιγμή.

Εντωμεταξύ ο ψήστης απελπισμένος και εκνευρισμένος, τους παράτησε οδηγώντας το βανάκι, φωνάζοντάς ότι είναι τρελοί που αγγίζουν νεκρούς. Οι υπόλοιποι τρεις συνέχισαν να ψάχνουν το χωριό. Λίγο πιο πέρα βρήκαν τελικά τον πρώτο ζωντανό. Ήταν ένας νεαρός μέσα σε ένα τροχόσπιτο. Είχε την καλοσύνη να τους προσφέρει τσάι και τους εξήγησε πως η δουλειά του είναι να παραδίδει σε πελάτες τα τροχόσπιτα. Και πως το συγκεκριμένο έπρεπε να το πάει στο Γκίσεν. Η Ουλρίκε τον ρώτησε:

– “Δεν φοβάσαι την ασθένεια;”

– “Είμαι ανθεκτικός σε αυτή”, απάντησε με μια απάθεια αυτός.

– “Που το ξέρεις;”, τον ρώτησε ο γιατρός.

– “Αυτό είναι το μήνυμά του. Υπάρχει κάποιος που θέλει να μας μιλήσει.”

Ο νάνος, που είχε απομακρυνθεί πιο πριν, έτρεξε προς το μέρος τους, πάνω στο καροτσάκι του, λέγοντας πως βρέθηκε δεύτερος επιζών. Ήταν πάνω στην οροφή ενός σπιτιού, φοβισμένος και γυμνός. Μετά από τις προτροπές και τις διαβεβαιώσεις του γιατρού ότι δεν κινδυνεύει, κατέβηκε και τους ακολούθησε από απόσταση. Τον έλεγαν Φριτζ. Είπε πως κάποιοι τον έλουσαν με αίμα και εμετό σκόπιμα, του πήραν το αμάξι και εξαφανίστηκαν. Έτσι, πέταξε όλα του τα ρούχα και ανέβηκε στην σκεπή του σπιτιού.

– “Σε ποια φάση οι άρρωστοι έγιναν επιθετικοί; Πως ξεκίνησε;”, ρώτησε με μεγάλη περιέργεια ο γιατρός.

– “Μην είσαι αδιάκριτος, άσε με ήσυχο.”, του απάντησε και μπήκε στο τροχόσπιτο βιαστικά για να ντυθεί.

Τελικά επιβιβάστηκαν οι μισοί στο τροχόσπιτο και οι μισοί στο αυτοκίνητο που το έσερνε. Έφυγαν από το χωριό με κατεύθυνση το Λούνενμπουργκ και μετά για το Γκίσεν, όπου και θα παρέδιδαν το τροχόσπιτο. Στο δρόμο, τους προσπερνούσαν περιπολικά, υπήρχε κίνηση και μια αναστάτωση. Από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μόνο ανακοινώσεις και ειδήσεις υπήρχαν: <<Υπάρχει απαγόρευση προσωπικής ελευθερίας και χρήσης ιδιωτικών οχημάτων. Οι παραβάτες θα οδηγούνται σε θεσμοθετημένο ιατρικό στρατόπεδο. Ο γραμματέας εσωτερικών κρίσεων είπε ότι αυτοί που διακινδυνεύουν το κοινό καλό δεν μπορεί να περιμένουν εκτίμηση από την κοινότητα. Μόνο η ισχυρή συνδυασμένη μας θέληση μπορεί να δημιουργήσει αποτελεσματική δύναμη>> .

Έφτασαν μπροστά από ένα μπλόκο λίγο έξω από το Λούνενμπουργκ. Φαινόταν να είναι χειρότερα τα πράγματα εκεί. Δεν τους άφηναν να περάσουν. Υγειονομικοί και αστυνομία ήταν παντού. Ο κόσμος είχε βγει από τα αυτοκίνητά του και περιφερόταν εκνευρισμένος. Έτσι βγήκαν και οι επιβάτες του τζιπ και του τροχόσπιτου. Λίγο πιο πέρα είδαν έναν άνθρωπο, ξαπλωμένο, πιθανότατα νεκρό και ο γιατρός έτρεξε να τον ελέγξει. Οι υγειονομικές αρχές όμως τον εμπόδισαν και πήραν τον ξαπλωμένο με ένα φορείο. Τότε ο Φριτζ φοβισμένος πλησίασε τον Έλερβάιν και του είπε:

– “Πρέπει να φύγουμε, γρήγορα. Τώρα θα τους σκοτώσουν όλους… Έτσι ξεκίνησε και στο χωριό…”

– “Ώπα ώπα, αυτό είναι ενδιαφέρον, πως ξεκίνησε στο χωριό;”, τον διέκοψε ο γιατρός.

– “Η ένεση”, απάντησε ο Φριτζ… “Όλοι δέχτηκαν ένεση. Τώρα γίνονται επιθετικοί.”

– “Όλοι δεχτήκατε ένεση; Ποιος σας την έκανε;”, ρώτησε ο Έλερβάιν.

– “Οι υγειονομικοί, ποιος άλλος”, απαντά αυτός.

– “Οι υγειονομικοί σε όλους έκαναν ένεση;”

– “Λοιπόν, όχι σε εμένα, εγώ πήγα στην οροφή…”

– “Με τι σας έκαναν ένεση;”, ρώτησε ο γιατρός.

Ο Φριτζ δεν του έδωσε καμιά απάντηση και χώθηκε γρήγορα στο τροχόσπιτο. Ο γιατρός είπε πως έπρεπε να βρει τρόπο να μπει στο Λούνενμπουργκ, να πάει στο σπίτι της αδελφής του. Όλα τα περάσματα όμως ήταν κλειστά. Πολλοί άνθρωποι με τα υπάρχοντά τους στα χέρια, έτρεχαν και φώναζαν πως κάποιοι πυροβολούν. Αστυνομικοί με σκύλους και νάιλον στολές τους κυνηγούσαν. Τους έριχναν δακρυγόνα. Υπήρχαν συρματοπλέγματα. Από τα μεγάφωνα της αστυνομίας ακουγόταν πως η είσοδος στο Λούνενμπουργκ δεν επιτρεπόταν τις επόμενες μέρες.

(Συνεχίζεται…)

Σημείωση: Η μικροιστορία αυτή δεν αποτελεί προϊόν φαντασίας του συγγραφέα, αλλά είναι ακριβής αποτύπωση του σεναρίου μιας γερμανικής ταινίας του Peter Fleischmann με τίτλο: Το Σύνδρομο του Αμβούργου. Γυρισμένη το μακρινό 1979…