Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

 Οικουμενικό Πατριαρχείο και Μόρφωση του Λαού:
Ποια η Στάση του επί Τουρκοκρατίας;

Η ιστορία της εκπαίδευσης στον ελλαδικό χώρο, από την αρχαιότητα έως και την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους, υπήρξε πάντοτε ένα ζήτημα στενά συνδεδεμένο με την οικονομική ισχύ και την κοινωνική τάξη.
Η αντίληψη ότι κατά το παρελθόν υπήρχε ένα οργανωμένο, δημόσιο και δωρεάν σύστημα εκπαίδευσης για το σύνολο του λαού δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Αντίθετα, η πρόσβαση στη γνώση αποτελούσε ανέκαθεν προνόμιο των λίγων, ενώ οι δομές εξουσίας —κρατικές ή θεσμικές— επεδίωκαν διαχρονικά τον έλεγχο της παιδείας για τη διατήρηση των κεκτημένων τους.
Στην αρχαία Ελλάδα, η εκπαίδευση αποτελούσε καθαρά ιδιωτική υπόθεση των οικογενειών.
Με εξαίρεση την κρατική αγωγή της Σπάρτης, η οποία όμως είχε αυστηρά στρατιωτικό και πολιτικό χαρακτήρα και δεν αφορούσε τη γενική παιδεία, στις υπόλοιπες πόλεις-κράτη
οι γονείς πλήρωναν από την τσέπη τους τους δασκάλους (γραμματιστές, κιθαριστές, παιδοτρίβες). Οι φτωχότεροι πολίτες, οι γυναίκες και οι δούλοι αποκλείονταν πλήρως. Στα χρόνια των Σοφιστών, η ανώτερη μόρφωση έγινε ακόμη πιο ελιτίστικη, καθώς το κόστος για την εκμάθηση της ρητορικής και της φιλοσοφίας ήταν προσβάσιμο μόνο στις πολύ πλούσιες οικογένειες.
Η ίδια ακριβώς δομή συνεχίστηκε κατά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και μετέπειτα κατά τη Βυζαντινή περίοδό της.
Στο Βυζάντιο δεν υπήρξε ποτέ δίκτυο δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης για τον απλό λαό. Η βασική μόρφωση παρεχόταν από ιδιώτες δασκάλους έναντι αμοιβής.
Τα δε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Πανδιδακτήριο της Κωνσταντινούπολης που οργανώθηκε τον 5ο αιώνα και ανασυστάθηκε τον 9ο αιώνα από τον Καίσαρα Βάρδα, δεν αποτελούσαν λαϊκά πανεπιστήμια.
Ήταν κρατικά ιδρύματα που αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην κατάρτιση των ανώτερων δικαστικών, των διπλωματών και των διοικητικών στελεχών της αυτοκρατορικής αυλής.
Η συντριπτική πλειονότητα του αγροτικού πληθουσμού στην ύπαιθρο και των φτωχών στρωμάτων στις πόλεις παρέμενε στο σκοτάδι του αναλφαβητισμού, καθώς η πολιτική εξουσία δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να μορφώσει τις μάζες.
Με την οθωμανική κατάκτηση, το καθεστώς αυτό συνεχίστηκε στην ίδια φιλοσοφία, καθώς η οθωμανική διοίκηση εφάρμοσε κοινή πολιτική για όλους τους υπηκόους της, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Το οθωμανικό κράτος δεν ίδρυσε ποτέ δημόσια σχολεία γενικής παιδείας. Ακόμη και για τους Μουσουλμάνους, τα σχολεία (μεντρεσέδες) ήταν θρησκευτικά ιδρύματα που συντηρούνταν από ιδιωτικά κληροδοτήματα (βακούφια).

Το ίδιο ίσχυε για τους χριστιανούς Ραγιάδες, τους Αρμένιους και τους Εβραίους.
Ωστόσο, η οθωμανική εξουσία ουδέποτε εξέδωσε κάποιο διάταγμα ή νόμο που να απαγορεύει την ελληνική γλώσσα ή τη λειτουργία σχολείων. Η εκπαίδευση αφέθηκε εξολοκλήρου στην ιδιωτική πρωτοβουλία και την οικονομική δυνατότητα των κοινοτήτων.
  
Όπου υπήρχε οικονομική άνθηση, ανάπτυξη του εμπορίου και συσσώρευση πλούτου, οι ίδιοι οι προοδευτικοί κάτοικοι, οι έμποροι της διασποράς ή τοπικοί ευεργέτες ίδρυαν και συντηρούσαν μεγάλα σχολεία, απολύτως νόμιμα, φανερά και με την άδεια των οθωμανικών αρχών.
Αυτό αποδεικνύεται από πλήθος ιστορικών παραδειγμάτων σε όλη τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας.
Ήδη από τον 16ο αιώνα λειτούργησε η Πατριαρχική Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα, χάρη στον πλούτο τοπικών κοινωνιών, ιδρύθηκαν ονομαστά εκπαιδευτήρια: η Μαρρούτσιος Σχολή στα Ιωάννινα, τα σχολεία στα Ζαγοροχώρια, η περίφημη σχολή στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας —που στηρίχθηκε στον πρώτο παγκόσμιο εμπορικό συνεταιρισμό— η Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, η Ακαδημία των Κυδωνιών (Αϊβαλί) and το ελληνικό αλληλοδιδακτικό σχολείο στα Χανιά της Κρήτης.
Κορυφαίο παράδειγμα υπήρξε η Σχολή της Χίου, η οποία στις αρχές του 19ου αιώνα, χάρη στα τεράστια κεφάλαια των Χιωτών εμπόρων, διέθετε υπερσύγχρονα εργαστήρια Πειραματικής Φυσικής και Χημείας, αποτελώντας πρότυπο εκπαιδευτικού ιδρύματος για ολόκληρη την Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου απέναντι στη μόρφωση του λαού καθορίστηκε από τον διπλό ρόλο του Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης δεν ήταν απλώς ένας πνευματικός ηγέτης, αλλά ο ανώτατος διοικητικός αξιωματούχος (Εθνάρχης) των Χριστιανών, διορισμένος απευθείας από τον Σουλτάνο.
Στο οθωμανικό σύστημα των μιλλέτ, το Πατριαρχείο αποτελούσε επίσημο διοικητικό βραχίονα του κράτους, υπεύθυνο απέναντι στην Υψηλή Πύλη για την είσπραξη φόρων, την τήρηση της δημόσιας τάξης και την εξασφάλιση της υποταγής των χριστιανών υπηκόων.
Για τον λόγο αυτό, η ανώτατη εκκλησιαστική ηγεσία στο Φανάρι αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία και εχθρότητα κάθε εκπαιδευτική προσπάθεια που ξέφευγε από τα στενά θρησκευτικά πλαίσια και πλησίαζε τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Οι ιδέες του Διαφωτισμού, που έφεραν στο προσκήνιο τον ορθό λόγο, τις θετικές επιστήμες, την ισότητα και την ελευθερία, θεωρούνταν άμεση απειλή για την καθεστηκυία τάξη.
Το Πατριαρχείο φοβόταν ότι ένας λαός που θα μορφωνόταν κοσμικά και επιστημονικά, θα αμφισβητούσε την εξουσία του Σουλτάνου, γεγονός που θα οδηγούσε στην αυτόματη απώλεια των τεράστιων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών προνομίων που η οθωμανική εξουσία είχε παραχωρήσει στην πατριαρχική ελίτ.
Αυτή η πολιτική ανάγκη οδήγησε το Πατριαρχείο σε ανοιχτό πόλεμο κατά των επιστημών και των προοδευτικών δασκάλων του Γένους.
Τον Μάρτιο του 1819, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ εξέδωσε επίσημη εγκύκλιο «Κατά των Μαθηματικών και των Φυσικών Επιστημών», με την οποία καλούσε τους δασκάλους να σταματήσουν τη διδασκαλία των θετικών επιστημών (άλγεβρα, πειραματική φυσική, αστρονομία) στα σχολεία, όπως στη Χίο, ισχυριζόμενος ότι οι επιστήμες αυτές απομακρύνουν τους νέους από την παράδοση και καλλιεργούν τον υλισμό.
 Στο ίδιο πλαίσιο, φωτισμένα μυαλά υπέστησαν σκληρές διώξεις: ο Μεθόδιος Ανθρακίτης εξαναγκάστηκε σε δημόσιο κάψιμο των μαθηματικών του συγγραμμάτων, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας διώχθηκε και παραιτήθηκε από την Ακαδημία του Ιασίου, ο Βενιαμίν Λέσβιος καταδικάστηκε επειδή δίδασκε το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου, και ο Νεόφυτος Βάμβας αντιμετώπισε διαρκείς απειλές.
Μέσα σε αυτή τη γενικευμένη γραμμή της ηγεσίας, υπήρξαν ελάχιστες εξαιρέσεις απλών κληρικών που κινήθηκαν αυτόνομα.
  
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός οργάνωσε με προσωπική του πρωτοβουλία την ίδρυση πάνω από 200 σχολείων στην ύπαιθρο.
 Η ριζοσπαστική κοινωνική και εκπαιδευτική του δράση όμως, συνάντησε έντονες αντιδράσεις. Η μεταφορά του παραδοσιακού παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο, προκειμένου να διευκολυνθεί η θρησκευτική ζωή και η προσέλευση των Χριστιανών, έπληξε άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των Εβραίων εμπόρων της Ηπείρου.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την καχυποψία της τοπικής οθωμανικής διοίκησης και των κοτζαμπάσηδων, οδήγησε σε μια σειρά από συκοφαντίες των Εβραίων εμπόρων κυρίως,  εναντίον του. Κατηγορήθηκε στους Τούρκους ως πράκτορας των Ρώσων και υποκινητής εξέγερσης. Η ηγεσία του Πατριαρχείου, που επιδίωκε πάντοτε την αποφυγή τριβών με την Υψηλή Πύλη και την καταστολή κάθε μη εγκριθείσας δραστηριότητας, τήρησε απόλυτη σιωπή, αφήνοντάς τον απροστάτευτο.
Το αποτέλεσμα των συκοφαντιών αυτών ήταν η σύλληψη και ο μαρτυρικός δι' αγχόνης θάνατος του Κοσμά του Αιτωλή το 1779.
Όλα αυτά τα ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν περίτρανα ότι η θεωρία του «κρυφού σχολειού» αποτελεί έναν απόλυτο ιστορικό μύθο, ο οποίος κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, κατά τον 19ο αιώνα, για να εξυπηρετήσει τις ιδεολογικές ανάγκες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και να συνδέσει αναδρομικά την εκκλησιαστική ηγεσία με την εθνική αφύπνιση.
 Στις μέρες μας, η σύγχρονη ιστορική επιστήμη έχει αποδομήσει πλήρως αυτό το ιδεολόγημα. Διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί και κορυφαίοι ιστορικοί, όπως η καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Ευθυμίου, μέσα από τις πανεπιστημιακές τους διαλέξεις, το συγγραφικό τους έργο και τις επιστημονικές τους εκπομπές, τονίζουν με σαφήνεια ότι το κρυφό σχολειό δεν υπήρξε ποτέ.
Η οθωμανική αυτοκρατορία δεν απαγόρευε τα σχολεία· η απουσία μόρφωσης για τον απλό λαό ήταν αποτέλεσμα της φτώχειας και της κοινωνικής ανισότητας, αλλά και της πολιτικής επιλογής μιας διορισμένης ηγεσίας που προτιμούσε να ελέγχει έναν πληθυσμό προσηλωμένο στα θρησκευτικά κείμενα, μακριά από τις ανατρεπτικές ιδέες της επιστήμης και του ορθού λόγου.

Πηγές και ΠαραπομπέςΗ Πατριαρχική Εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε΄ (1819): Το επίσημο κείμενο της ανώτατης εκκλησιαστικής ηγεσίας που στράφηκε κατά των θετικών επιστημών, ζητώντας από τις σχολές (όπως της Χίου) να σταματήσουν τη διδασκαλία των μαθηματικών, της άλγεβρας και της πειραματικής φυσικής. Ψηφιακή μελέτη και αρχειακά στοιχεία είναι διαθέσιμα μέσω του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - Ψηφιακή Βιβλιοθήκη.


Πηγές και Παραπομπές
  1. Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε΄ (1819): Το επίσημο κείμενο της ανώτατης εκκλησιαστικής ηγεσίας που στράφηκε κατά των θετικών επιστημών, ζητώντας από τις σχολές (όπως της Χίου) να σταματήσουν τη διδασκαλία των μαθηματικών, της άλγεβρας και της πειραματικής φυσικής. Ψηφιακή μελέτη και αρχειακά στοιχεία είναι διαθέσιμα μέσω του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - Ψηφιακή Βιβλιοθήκη.
  2. Σάββας Αγουρίδης (1970): Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του. Αναλυτική ιστορική καταγραφή της δράσης του Κοσμά του Αιτωλή στην ύπαιθρο, της ίδρυσης των σχολείων του, της σύγκρουσης με τα οικονομικά συμφέροντα των Εβραίων εμπόρων λόγω της αλλαγής του παζαριού και της σιωπής του Πατριαρχείου που οδήγησε στην εκτέλεσή του.
  3. George Finlay (1861): History of the Greek Revolution (Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης). Ο διακεκριμένος Σκωτσέζος ιστορικός αναλύει λεπτομερώς τη δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη λειτουργία του συστήματος των μιλλέτ και τα διοικητικά προνόμια της πατριαρχικής ηγεσίας, επιβεβαιώνοντας τη νόμιμη και φανερή λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Το έργο είναι προσβάσιμο στο Internet Archive.
  4. Γιάννης Κορδάτος (1924): Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Μελέτη που εξετάζει τον κοινωνικό-ταξικό και πολιτικό ρόλο της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας και των προκρίτων ως επίσημων οργάνων της οθωμανικής κρατικής μηχανής για τον έλεγχο και τη φορολόγηση του πληθυσμού.
  5. Μαρία Ευθυμίου (2018): Μόνο λίγα χιλιόμετρα: Ιστορίες για την Ιστορία. Η καθηγήτρια ιστορίας του ΕΚΠΑ αποδομεί με επιστημονικά τεκμήρια τον μύθο του «κρυφού σχολειού», αναδεικνύοντας τις πραγματικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της παιδείας επί Τουρκοκρατίας. Σχετικό ακαδημαϊκό υλικό είναι διαθέσιμο στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο - Υλικό Μαθήματος.
  6. Παλαιών Πατρών Γερμανός (1837): Υπομνήματα περί της επαναστάσεως της Ελλάδος: από το 1820 μέχρι του 1823. Στα ίδια του τα απομνημονεύματα (Ανέμη - Ψηφιακή Βιβλιοθήκη) ο Γερμανός επιβεβαιώνει τη σφοδρή του αντίθεσή με τον Παπαφλέσσα στη Συνέλευση της Βοστίτσας, αποκαλώντας τον «άρπαγα» και «απατεώνα». Παράλληλα, ομολογεί ότι δεν βρισκόταν στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου. Αντιθέτως, η Πάτρα είχε ήδη ξεσηκωθεί στις 22 Μαρτίου 1821 χάρη στην αυθόρμητη εξέγερση των λαϊκών στρωμάτων με επικεφαλής τον τσαγκάρη Παναγιώτη Καρατζά Βικιπαίδεια. Στις 23 Μαρτίου 1821, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κλήθηκε εσπευσμένα από τον επαναστατημένο λαό στην ελεύθερη πλέον Πάτρα, όπου στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τα όπλα και τη σημαία του αγώνα Αντικρίζοντας την Ελευθερία - 1821, όπως αποτυπώθηκε και στα γνωστά ιστορικά σκίτσα της εποχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: