Πώς οι πλήρεις σαφούς νοήματος ελληνικές λέξεις «συναίσθηση» και «συναισθάνομαι» έγιναν «ενσυναίσθηση» και ..."έχω ενσυναίσθηση"...
Η ζωντανή ελληνική γλώσσα είχε ανέκαθεν τον τρόπο να εκφράζει τις πιο βαθιές ανθρώπινες αξίες με απλότητα και ακρίβεια. Για δεκάδες γενεών, οι άνθρωποι του λαού χρησιμοποιούσαν το ρήμα «συναισθάνομαι» για να δείξουν ότι μπαίνουν στα αισθήματα του άλλου, ότι δεν αδιαφορούν για τον διπλανό τους και ότι συμμερίζονται τον πόνο του. Η λέξη αυτή, βγαλμένη από την ίδια τη ζωή, ενώνει το «συν» (μαζί) και το «αισθάνομαι» (νιώθω) και κλείνει μέσα της όλη την ουσία της ανθρωπιάς και της κοινωνικής συνύπαρξης.
Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, όπως συμβαίνει και με άλλες κατασκευασμένες λέξεις από ξένη, πολύ συχνά ελληνοφανή ορολογία, γινόμαστε μάρτυρες μιας παράλογης γλωσσικής αλλαγής. Δεν είναι η μόνη περίπτωση. Πολλές εκατοντάδες είναι οι ξενικοί όροι που φτάνουν και ξεπερνούν κάθε όριο γελοιότητας πολλές φορές, όπως το «πρότζεκτ» (έργο ή σχέδιο), το «τάργκετ γκρουπ» (στοχευμένη ομάδα), το «μπάκγκραουντ» (υπόβαθρο), το «κόνσεπτ» (ιδέα ή σύλληψη), το «φίντμπακ» (ανατροφοδότηση ή ανταπόκριση), κ.λπ. κ.λπ., που χρησιμοποιούνται από πολλούς πιθηκίζοντες τεχνοκράτες και τα παπαγαλάκια τους, ενώ υπάρχουν οι ελληνικοί όροι, όπως τους σημειώσαμε παραπάνω, απόλυτα κατανοητοί και εννοιολογικά πλήρεις. Στα βιβλία, στα σεμινάρια και στις τηλεοράσεις εμφανίστηκε ο κατασκευασμένος όρος «ενσυναίσθηση». Αυτή η αλλαγή δεν προήλθε από την ανάγκη του κόσμου για μια καλύτερη λέξη, αλλά από την τάση ορισμένων ακαδημαϊκών και μεταφραστών να αντιγράφουν τυφλά τους ξένους επιστημονικούς όρους.
Η διαδρομή αυτής της λέξης αποκαλύπτει μια καθαρή γλωσσική παρεξήγηση. Όταν οι σύγχρονοι Έλληνες ειδικοί θέλησαν να μεταφράσουν την αγγλική λέξη "empathy", η οποία είναι ελληνογενής αλλά κατασκευασμένη με εντελώς λάθος σύνθεση και νόημα από τους ξένους, βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Κανονικά θα μπορούσαν να τη μεταφράσουν ως «εμπάθεια», όμως στα ελληνικά η λέξη αυτή έχει πλέον εντελώς αρνητική σημασία, αφού σημαίνει κακία, προκατάληψη, εχθρότητα και μένος εναντίον κάποιου. Επειδή, λοιπόν, η «εμπάθεια» σήμαινε κάτι εντελώς αντίθετο, αντί να εμπιστευτούν την έτοιμη λαϊκή λέξη «συναισθάνομαι», προτίμησαν να παπαγαλίσουν τη δομή της ξένης ορολογίας. Κάθισαν στο γραφείο και κόλλησαν αυθαίρετα την πρόθεση «εν» μπροστά από τη «συναίσθηση», δημιουργώντας αυτό το γλωσσικό έκτρωμα.
Αυτή η προσθήκη δεν ήταν απλά περιττή, ήταν γελοία, γιατί εκτός των άλλων απαγορεύει τη χρήση αντίστοιχου μονολεκτικού ρήματος. Πώς θα το λέγαμε, «ενσυναισθάνομαι»; Όχι βέβαια. Αναγκαζόμαστε να το λέμε περιφραστικά, «έχω ενσυναίσθηση», μιμούμενοι έτσι και τη δομή της αγγλικής γλώσσας που σχηματίζει περιφραστικά τα ρήματά της. Η κατασκευή αυτού του όρου εξυπηρέτησε κυρίως την ανάγκη κάποιων να παρουσιάσουν κάτι κοινότυπο ως δήθεν ανώτερη επιστημονική γνώση, μπερδεύοντας τελικά τον κόσμο με εξεζητημένες εκφράσεις.
Η πραγματική ανθρωπιά και η κατανόηση του διπλανού μας δεν χρειάζονται περίπλοκες ορολογίες για να υπάρξουν. Ο απλός λαός το είχε ζήσει και το έπραττε πολύ καλύτερα, μιλώντας τη γλώσσα της ψυχής του χωρίς γλωσσικά πυροτεχνήματα.
Κώστας Ντουντουλάκης
22 /10/26
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου