Πώς οι πλήρεις σαφούς νοήματος ελληνικές λέξεις «συναίσθηση» και «συναισθάνομαι» έγιναν «ενσυναίσθηση» και ..."έχω ενσυναίσθηση"...
Κώστας Ντουντουλάκης, 22 /10/26
Η ζωντανή ελληνική γλώσσα είχε ανέκαθεν τον τρόπο να εκφράζει τις πιο βαθιές ανθρώπινες αξίες με απλότητα και ακρίβεια.
Για δεκάδες γενεών, οι άνθρωποι του λαού χρησιμοποιούσαν το ρήμα «συναισθάνομαι» και το ουσιαστικό «συναίσθηση» για να δείξουν ότι μπαίνουν στα αισθήματα του άλλου, ότι δεν αδιαφορούν για τον διπλανό τους και ότι συμμερίζονται τον πόνο ή την χαρά του.
Η λέξη αυτή, βγαλμένη από την ίδια τη ζωή, ενώνει το «συν» (μαζί) και το «αισθάνομαι» (νιώθω) και κλείνει μέσα της όλη την ουσία της ανθρωπιάς και της κοινωνικής συνύπαρξης.
Για δεκάδες γενεών, οι άνθρωποι του λαού χρησιμοποιούσαν το ρήμα «συναισθάνομαι» και το ουσιαστικό «συναίσθηση» για να δείξουν ότι μπαίνουν στα αισθήματα του άλλου, ότι δεν αδιαφορούν για τον διπλανό τους και ότι συμμερίζονται τον πόνο ή την χαρά του.
Η λέξη αυτή, βγαλμένη από την ίδια τη ζωή, ενώνει το «συν» (μαζί) και το «αισθάνομαι» (νιώθω) και κλείνει μέσα της όλη την ουσία της ανθρωπιάς και της κοινωνικής συνύπαρξης.
Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, όπως συμβαίνει και με άλλες κατασκευασμένες λέξεις από ξένη, πολύ συχνά ελληνοφανή ορολογία, γινόμαστε μάρτυρες μιας παράλογης γλωσσικής αλλαγής. Δεν είναι η μόνη περίπτωση.
Εκατοντάδες είναι οι ξενικοί όροι που όταν "φυτεύονται" στην ελληνική γλώσσα από Έλληνες που αν τους ρωτήσεις αδυνατούν να τους μεταφράσουν στη μητρική τους γλώσσα, αυτό ξεπερνά κάθε όριο γελοιότητας, όπως πχ: «πρότζεκτ» (έργο ή σχέδιο), «τάργκετ γκρουπ» (στοχευμένη ομάδα), «μπάκγκράουντ» (υπόβαθρο), «κόνσεπτ» (ιδέα ή σύλληψη), «φίντμπακ» (ανατροφοδότηση ή ανταπόκριση), κ.λπ. κ.λπ., που χρησιμοποιούνται από πολλούς πιθηκίζοντες τεχνοκράτες γλωσσικά αγράμματους, ενώ υπάρχουν οι απόλυτα κατανοητοί, πλήρους και σαφούς νοήματος ελληνικοί όροι, όπως αυτοί που σημειώσαμε παραπάνω.
Σε βιβλία, σεμινάρια και κανάλια, εμφανίστηκε ο κατασκευασμένος όρος «ενσυναίσθηση».
Αυτή η αλλαγή δεν προήλθε από την ανάγκη του κόσμου για μια πιο σωστή νοηματικά λέξη, αλλά από την τάση ορισμένων ακαδημαϊκών και μεταφραστών να "νεωτερίζουν" τάχα, αντιγράφοντας ή "προσαρμόζοντας" στην ελληνική, ξένους γλωσσικούς όρους.
Εκατοντάδες είναι οι ξενικοί όροι που όταν "φυτεύονται" στην ελληνική γλώσσα από Έλληνες που αν τους ρωτήσεις αδυνατούν να τους μεταφράσουν στη μητρική τους γλώσσα, αυτό ξεπερνά κάθε όριο γελοιότητας, όπως πχ: «πρότζεκτ» (έργο ή σχέδιο), «τάργκετ γκρουπ» (στοχευμένη ομάδα), «μπάκγκράουντ» (υπόβαθρο), «κόνσεπτ» (ιδέα ή σύλληψη), «φίντμπακ» (ανατροφοδότηση ή ανταπόκριση), κ.λπ. κ.λπ., που χρησιμοποιούνται από πολλούς πιθηκίζοντες τεχνοκράτες γλωσσικά αγράμματους, ενώ υπάρχουν οι απόλυτα κατανοητοί, πλήρους και σαφούς νοήματος ελληνικοί όροι, όπως αυτοί που σημειώσαμε παραπάνω.
Σε βιβλία, σεμινάρια και κανάλια, εμφανίστηκε ο κατασκευασμένος όρος «ενσυναίσθηση».
Αυτή η αλλαγή δεν προήλθε από την ανάγκη του κόσμου για μια πιο σωστή νοηματικά λέξη, αλλά από την τάση ορισμένων ακαδημαϊκών και μεταφραστών να "νεωτερίζουν" τάχα, αντιγράφοντας ή "προσαρμόζοντας" στην ελληνική, ξένους γλωσσικούς όρους.
Η διαδρομή αυτής της λέξης αποκαλύπτει μια καθαρή γλωσσική παρεξήγηση.
Όταν κάποιοι σύγχρονοι Έλληνες θέλησαν να μεταφράσουν την αγγλική λέξη "empathy", η οποία είναι σαφέστατα ελληνογενής αλλά κατασκευασμένη μηχανιστικά, με εντελώς λάθος σύνθεση και νόημα, βρέθηκαν σε αδιέξοδο.
Κανονικά θα μπορούσαν να τη μεταφράσουν ως «εμπάθεια», όμως στα ελληνικά η λέξη αυτή έχει πλέον εντελώς αρνητική σημασία, αφού σημαίνει κακία, προκατάληψη, εχθρότητα και μένος εναντίον κάποιου.
Επειδή, λοιπόν, η «εμπάθεια» σήμαινε κάτι εντελώς αντίθετο, αντί να εμπιστευτούν την έτοιμη λαϊκή λέξη «συναίσθηση», προτίμησαν να παπαγαλίσουν τη δομή της ξένης ορολογίας. Κάθισαν στο γραφείο και κόλλησαν ...απλά, έτσι, αυθαίρετα, την πρόθεση «εν» μπροστά από τη «συναίσθηση».
Όταν κάποιοι σύγχρονοι Έλληνες θέλησαν να μεταφράσουν την αγγλική λέξη "empathy", η οποία είναι σαφέστατα ελληνογενής αλλά κατασκευασμένη μηχανιστικά, με εντελώς λάθος σύνθεση και νόημα, βρέθηκαν σε αδιέξοδο.
Κανονικά θα μπορούσαν να τη μεταφράσουν ως «εμπάθεια», όμως στα ελληνικά η λέξη αυτή έχει πλέον εντελώς αρνητική σημασία, αφού σημαίνει κακία, προκατάληψη, εχθρότητα και μένος εναντίον κάποιου.
Επειδή, λοιπόν, η «εμπάθεια» σήμαινε κάτι εντελώς αντίθετο, αντί να εμπιστευτούν την έτοιμη λαϊκή λέξη «συναίσθηση», προτίμησαν να παπαγαλίσουν τη δομή της ξένης ορολογίας. Κάθισαν στο γραφείο και κόλλησαν ...απλά, έτσι, αυθαίρετα, την πρόθεση «εν» μπροστά από τη «συναίσθηση».
Αυτή η προσθήκη δεν ήταν απλά περιττή, ήταν γελοία, γιατί εκτός των άλλων απαγορεύει τη χρήση αντίστοιχου μονολεκτικού ρήματος. Πώς θα το λέγαμε, «ενσυναισθάνομαι»; Όχι βέβαια. Μόνο περιφραστικά μπορούμε (υποτίθεται) να το εκφράσουμε: «έχω ενσυναίσθηση», μιμούμενοι έτσι την δομή της αγγλικής γλώσσας που σχηματίζει περιφραστικά τα ρήματά της.
Η αγγλική όμως, χρησιμοποίησε ελληνικές λέξεις επειδή δεν είχε καμιά δική της γι αυτή την έννοια, συνθέτοντας τον όρο "empathy" από την πρόθεση εν και πάθος, που επουδενί δεν αποδίδουν νοηματικά, αλλά μόνο κατά συνθήκη, αυτό που εννοεί με αυτές.
Η αγγλική όμως, χρησιμοποίησε ελληνικές λέξεις επειδή δεν είχε καμιά δική της γι αυτή την έννοια, συνθέτοντας τον όρο "empathy" από την πρόθεση εν και πάθος, που επουδενί δεν αποδίδουν νοηματικά, αλλά μόνο κατά συνθήκη, αυτό που εννοεί με αυτές.
Η αυθαίρετη κατασκευή λοιπόν από κάποιους του αντιδάνειου(;) όρου "ενσυναίσθηση" εξυπηρέτησε κυρίως την ανάγκη κάποιων να παρουσιάσουν αυτή την λέξη αντί της λαϊκής "συναίσθηση" σαν μια νέα, ανώτερη, επιστημονική έννοια, μπερδεύοντας τελικά τον κόσμο με αδόκιμες εξεζητημένες εκφράσεις.
Η πραγματική ανθρωπιά και η κατανόηση του διπλανού μας εξάλλου, δεν χρειάζονται περίπλοκες ορολογίες για να υπάρξουν.
Ο γλωσσοπλάστης λαός το είχε ζήσει και το έπραττε πολύ καλύτερα, μιλώντας κι εξελίσσοντας όπως αυτός καθόριζε, την ορολογία των βιωμάτων και της ψυχής του, χωρίς τεχνητά γλωσσικά πυροτεχνήματα.
Ο γλωσσοπλάστης λαός το είχε ζήσει και το έπραττε πολύ καλύτερα, μιλώντας κι εξελίσσοντας όπως αυτός καθόριζε, την ορολογία των βιωμάτων και της ψυχής του, χωρίς τεχνητά γλωσσικά πυροτεχνήματα.
Κ. Ντ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου